11.5.14

Remap(ping) Athens: Η κρίση πριν από την κρίση και η κρίση εντός της κρίσης



Δημήτρης Δαλάκογλου


Η ελίτ της Ελλάδας διακατέχεται από μια ισχυρή τάση να επωφελείται τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά από την κρίση. Μέρος αυτής της τάσης αντανακλάται στην διαρκή προσπάθεια ανασχηματισμού της αστικής υλικότητας (urban materiality) αυτού που συνήθιζε να αποτελεί το «εμπορικό κέντρο» της Αθήνας μέχρι το 2010. Πρόκειται για την περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα στο Σύνταγμα και την Πλατεία Ομόνοιας, στην οποία τα περισσότερα καταστήματα μετά το 2010 έβαλαν λουκέτο. Σ’ αυτή την περιοχή, σύμφωνα με τα σχέδια που βρίσκονται υπό την επωνυμία Re-think Athens, πρόκειται να κατασκευαστεί ένας καινούργιος δημόσιος χώρος. Μαζί με τη δημιουργία/καταστροφή διαφόρων real estate και πολιτικών αξιών, αυτό το νέο project για το δημόσιο χώρο αποσκοπεί επίσης και στον περιορισμό των διαδηλώσεων σε ένα από τα πιο σημαντικά κομμάτια από τα οποία περνάει η καθιερωμένη πορεία διαμαρτυρίας: στην οδό Πανεπιστημίου. 

Κατά τη διάρκεια όμως της κρίσης, η Αθήνα δεν επανεξετάζεται μόνο σε θεωρητικό επίπεδο (rethought), αλλά ανασχηματίζεται (remapped) και έμπρακτα. Το «Remap Athens» είναι μια ετήσια έκθεση τέχνης, η οποία έχει πραγματοποιηθεί τέσσερις φορές από το 2007 και μετά. Το Remap Athens #4 πραγματοποιήθηκε το Σεπτέμβρη του 2013 σε δημόσιους και ιδιωτικούς αστικούς χώρους, στις κεντρικές περιοχές του Κεραμικού και του Μεταξουργείου. Σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, «το ReMap, που ξεκίνησε το 2007, είναι «μια διεθνής διοργάνωση σύγχρονης τέχνης που έχει καταστεί γνωστή για τη συμμετοχική της φύση, φιλοξενώντας ένα μοναδικό συνδυασμό project από  καταξιωμένους και «πρωτοεμφανιζόμενους» -καλλιτέχνες, εφόρους μουσείων, θεσμούς και γκαλερί από όλο τον κόσμο- τα οποία παρουσιάζονται εντός του υπάρχοντος αστικού πλαισίου δωρεάν για τους επισκέπτες της».[1]

Ουσιαστικά, το Remap Athens είναι κάτι μεταξύ προώθησης real estate, έκθεσης τέχνης και ενός εντατικού gentrification.[2] Μια πληθώρα εμπόρων έργων τέχνης, αλλά επίσης και κάποιοι μεμονωμένοι καλλιτέχνες –καταξιωμένοι ή και λιγότερο γνωστοί– εκθέτουν τα έργα τους σε νέα και παλιά ιδιόκτητα ακίνητα που ανήκουν σχεδόν αποκλειστικά στις δυο εταιρίες real estate που αποτελούν ταυτόχρονα τους δυο ιδιώτες-χορηγούς της έκθεσης. Αυτά τα ακίνητα προορίζονται επίσης για πώληση –ή, για να είμαστε περισσότερο ακριβείς, είναι το μοναδικό πράγμα που προορίζεται εμφανώς για πώληση, αφού δεν είχαν όλα τα έργα τέχνης που περιλαμβάνονταν στην έκθεση ετικέτες με τιμές.


Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η αισθητική που χαρακτηρίζει το τελικό αποτέλεσμα είναι συχνά  αποκρουστική, grotesque: τις περισσότερες φορές δεν υπάρχει κάποια μορφή προβληματισμού σχετικά με το πώς θα ενταχθούν τα έργα στους χώρους ή στην ίδια την αστική περιοχή. Ή από την άλλη, ίσως πάλι και τα ίδια τα κίνητρα να είναι αντιφατικά μεταξύ τους: για παράδειγμα, το ότι κάποια από τα έργα τέχνης που αναμένεται να προσελκύσουν τους περισσότερους επισκέπτες βρίσκονται στα real estate, αφήνει την εντύπωση πως η έκθεση προωθείται κατά κύριο λόγο από τους real estate «φίλους» της τέχνης. Φέτος, ένα από αυτά τα κτίρια προτίμησης ήταν ένα πολυτελές οίκημα αμφιλεγόμενου design. Σε αυτό, ένα τεράστιο έργο τέχνης βρισκόταν στη μέση μιας εμφανέστατα μικρής και χαμηλοτάβανης κουζίνας-καθιστικού, με την ανοιχτή πόρτα του WC να βρίσκεται στο φόντο. Ευτυχώς, υπήρχε τουλάχιστον μια πινακίδα που ενημέρωνε τους επισκέπτες ότι η τουαλέτα ήταν εκτός λειτουργίας. Δύο φοιτητές που εργάζονταν εκεί δωρεάν («έκαναν εθελοντισμό», όπως είπαν) είχαν αναλάβει τη φροντίδα των έργων τέχνης (ή μήπως του σπιτιού;). Επίσης, τη συνεχή επίβλεψη του υπερπολυτελούς σπιτιού (ή μήπως των έργων τέχνης;) είχε αναλάβει ένας αγριωπός φύλακας security, ο οποίος στεκόταν μπροστά στην πόρτα ντυμένος με ένα καλοκαιρινό κοστούμι και γυαλιά ηλίου, καρφώνοντας εχθρικά με το βλέμμα του τους επισκέπτες. Όχι μόνο δεν ανταπέδιδε χαμόγελα στους επισκέπτες, αλλά ήταν και εντελώς απρόθυμος να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση τους.

Δύο δρόμους παρακάτω, ο κοινωνικός ρόλος του «Remap Athens» θα γίνονταν ακόμη πιο εμφανής. Μπροστά σε ένα τεράστιο, πανέμορφο, μη ανακαινισμένο νεοκλασικό σπίτι, που φιλοξενούσε την εμπορική πραμάτεια μιας γκαλερί, ένα μάτσο καλοντυμένων ανθρώπων μιλούσαν αγγλικά: έχοντας μόλις συναντηθεί, αντάλλασσαν φιλιά, γέλια και δυνατές φωνές καθώς εισέρχονταν χαρούμενα στην έκθεση. Κυριολεκτικά πέντε μέτρα μακριά, ακριβώς στο απέναντι πεζοδρόμιο, δύο άντρες (αόρατοι, απ’ ότι φαίνεται, για τη χαρούμενη παρέα) είχαν καθίσει σταυροπόδι στο πεζοδρόμιο, ψάχνοντας απεγνωσμένα κάποια φλέβα στα χέρια τους για να τρυπηθούν. Στο τετράγωνο που βρισκόταν διαγώνια απέναντι από το νεοκλασικό –το οποίο είχε προσωρινά μετατραπεί σε γκαλερί τέχνης– βρισκόταν ένα σκονισμένο και ερειπωμένο ξενοδοχείο· στο ίδιο τετράγωνο υπήρχαν ακόμη μια σειρά από πορνεία με τα κόκκινα ή άσπρα φώτα αναμμένα πάνω από την εξώπορτά τους. Μια νεαρή φοιτήτρια καλών τεχνών που δουλεύει εθελοντικά στην έκθεση μου είπε, καθισμένη σε ένα ξύλινο παγκάκι στην είσοδο του νεοκλασικού κτηρίου: «όλοι μας προσπαθούμε να συμβάλλουμε στην αναβάθμιση και στον καθαρισμό αυτής της περιοχής». Αυτή η φράση ακούστηκε περίεργα, γιατί από την συνομιλία μας φαινόταν πως δεν υποστήριζε τη Χρυσή Αυγή · ωστόσο, ένα χρόνο νωρίτερα η φράση «καθαρίζοντας τη βρωμιά» ή «για να ξεβρωμίσει ο τόπος», αποτελούσε το κεντρικό προεκλογικό σλόγκαν του ελληνικού νεοναζιστικού κόμματος. Τα ερωτήματα ήρθαν αμέσως στο μυαλό μου: ποιος ή τι είναι η βρωμιά που πρέπει να καθαριστεί σύμφωνα με εκείνη; Και με ποιο τρόπο σκοπεύουν να κάνουν αυτόν τον καθαρισμό; Ήταν ωστόσο ανούσιο το να κάνω αυτές τις ερωτήσεις, καθότι η κοπέλα είχε απορροφηθεί στο i-phone της. Η πόλη ανήκει στην τέχνη τώρα και δεν υπάρχει καθόλου χώρος για οποιαδήποτε μορφή κοινωνικά περιθωριοποιημένης ή πολιτικής σκέψης. Τη σκέψη είχε ήδη μονοπωλήσει το «Rethink Athens», το άλλο gentrification project που πραγματοποιείται στο κέντρο της Αθήνας. Την προηγούμενη μέρα, κάποιος ρώτησε στο δρόμο δύο άντρες με καλλιτεχνική εμφάνιση που βρίσκεται το «Remap Athens». Το «Remap είναι παντού!» φώναξε ο ένας από αυτούς. Όμως η διαδικασία του ανασχηματισμού της Αθήνας –παντού– φαίνεται να έχει και τα θύματα της.

Στην αυτοπεριγραφή του Remap αναφέρονται αρκετές έξυπνες φράσεις όπως «συμμετοχική φύση» (;), «δωρεάν πρόσβαση για τους επισκέπτες» και «εντός του υπάρχοντος αστικού πλαισίου». Ας εστιάσουμε για λίγο στο τελευταίο: ο Κεραμικός και το Μεταξουργείο αποτελούν κεντρικές περιοχές της Αθήνας που είναι πολύ ανομοιογενείς όσον αφορά τους τρόπους χρήσης τους, τους κάτοικους τους και τις δραστηριότητες τους: θεωρούνται σύμφωνα με τον κυρίαρχο λόγο ως υποβαθμισμένες περιοχές της πόλης. Καταστήματα μεταναστών, η αθηναϊκή China Town, το εμπόριο και η χρήση ναρκωτικών, η πορνεία, οι κάτοικοι που γεννήθηκαν εκεί, οι καλλιτέχνες που μετέφεραν τα στούντιο τους σε αυτές τις περιοχές τα τελευταία χρόνια, οι αρχαιολογικοί χώροι, κυριλέ μπαράκια, πολλές εγκαταλελειμμένες αποθήκες, μαγαζιά και σπίτια (κάποια από αυτά ετοιμόρροπα), φτηνά (αλλά επίσης και κάποια καινούρια ακριβά) ξενοδοχεία και αρκετοί ανοικοδόμητοι χώροι, συνυπάρχουν στο κοινωνικο-χωρικό μωσαϊκό του Κεραμικού και του Μεταξουργείου.

Κατά το μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα αυτή η περιοχή στέγαζε αποθήκες με μεγάλη δραστηριότητα, καθώς και άλλες μορφές τεχνικής και μικρής κλίμακας βιομηχανικές δραστηριότητες. Τη δεκαετία του ’80 όμως, αυτού του είδους οι δραστηριότητες αναγκάστηκαν να μεταφερθούν έξω από το κέντρο της πόλης. Αυτή η κρατική παρέμβαση είχε ως συνέπεια τη σταδιακή απομάκρυνση πολλών κατοίκων της περιοχής από το κέντρο. Όλη αυτή η διαδικασία άφησε πίσω της πολλούς άδειους χώρους, ενώ κατέστρεψε και εκτόπισε ένα τεράστιο πλέγμα μικρών επιχειρήσεων, κοινωνικών σχέσεων και κοινοτήτων. Κατά τη δεκαετία του ‘90, όταν το πρώτο μαζικό ρεύμα μεταναστών από τα Βαλκάνια εισήλθε στην Ελλάδα, ο Κεραμικός και το Μεταξουργείο διέθεταν κάμποσα φτηνά καταλύματα και αχρησιμοποίητα ακίνητα –κι έτσι πολλοί μετανάστες μετακόμισαν εκεί. Ήταν εκεί όπου την ίδια δεκαετία άνοιξαν κάποιες από τις πρώτες επιχειρήσεις μεταναστών στην Αθήνα: καφετέριες, καφέ με ναργιλέ (shisha) ή τηλεφωνικά κέντρα. Στις περιοχές αυτές υπήρχαν πορνεία για πολλές δεκαετίες, αλλά αυτά επεκτάθηκαν τη δεκαετία του ’90, καθώς τα πιο παλιά ξενοδοχεία άρχισαν να κλείνουν και πολλά άλλα κτίρια άρχισαν να εγκαταλείπονται. Η αξία των real estate έπεσε κατακόρυφα και οι περισσότεροι ιδιοκτήτες δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν οικονομικά ή να μπουν στον κόπο να επισκευάσουν κτήρια τα οποία δεν θα επέφεραν ποτέ σημαντικές απολαβές. Τα εγκαταλελειμμένα κτίρια άρχισαν να καταλαμβάνονται από φτωχούς των πόλεων, κάποιες φορές από μετανάστες χωρίς χαρτιά, πρόσφυγες πολέμου, που κατέληξαν στην Αθήνα χάρη στα ακμάζοντα δίκτυα trafficking που ενισχύονταν και εξακολουθούν να τροφοδοτούνται από τις πολιτικές της Ευρώπης Φρούριο. Επίσης, αρκετοί χρήστες ναρκωτικών και άστεγοι έγιναν οι νέοι κάτοικοι των εγκαταλελειμμένων ιδιόκτητων κτιρίων. Η επονομαζόμενη αθηναϊκή China Town άρχισε να λειτουργεί εκεί κατά τη δεκαετία του 2000 με αρκετά μαγαζιά τα οποία πουλούσαν κυρίως ρούχα. Ωστόσο, κάποια απογεύματα μπορεί κανείς να αγοράσει τρόφιμα από πλανόδιους πωλητές που πουλούν την πραμάτεια τους στους δρόμους.

Τακτικές επιχειρήσεις της αστυνομίας στόχευσαν μαζικά την περιοχή, αφού κατά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90 είχε διαμορφωθεί ένα κλίμα πολέμου ενάντια στους μετανάστες. Επίσης, στο στόχαστρο των αστυνομικών επιχειρήσεων που γίνονταν στην περιοχή έμπαινε περιοδικά και η χρήση ουσιών. Όπως φημολογείται, σε περιόδους όπου η χρήση ουσιών δεν δέχεται επίθεση στη συγκεκριμένη περιοχή, οι αστυνομικοί που προφυλακίζουν τους χρήστες ή τους σταματούν για να τους ψάξουν για ηρωίνη και crystal meth, τους λένε να εγκαταλείψουν την Ομόνοια ή άλλες περιοχές και να μετακινηθούν στο Μεταξουργείο. Οι δρόμοι του Μεταξουργείου και του Κεραμικού έχουν γνωρίσει άφθονη αστυνομική κτηνωδία και βία τις τελευταίες δύο δεκαετίες, ενώ πολύ συχνά αυτή μεταδιδόταν από την τηλεόραση, δημιουργώντας τις χειρότερες εντυπώσεις για την περιοχή και τις δραστηριότητες που ενδεχομένως συνέβαιναν σε αυτή. Αυτή η ιδιόμορφη άτυπη συνεργασία μεταξύ της αστυνομίας και των ΜΜΕ έριξε τις τιμές στην περιοχή ακόμη περισσότερο, σε μια περίοδο όπου οι τιμές των real estate σε άλλες περιοχές της πόλης αυξάνονταν ανεξέλεγκτα.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2000, η Αθήνα γνώρισε μια τεράστια ανάπτυξη (υλικά, γεωγραφικά και οικονομικά), με τους Ολυμπιακούς αγώνες να αποτελούν μια εμβληματική στιγμή της νέας «πλούσιας και ισχυρής» Ελλάδας. Ωστόσο, όπως εξήγησα, αυτή η περίοδος δεν ήταν ρόδινη για όλους: υπήρχαν εκείνοι που βρίσκονταν αποκλεισμένοι από την ευημερία και τα οφέλη της ανάπτυξης. Ο Κεραμικός και το Μεταξουργείο φιλοξενούσαν κάποιους από αυτούς τους ανθρώπους. Κατά τη διάρκεια όμως της ανάπτυξης, δεν ήταν μόνο οι φτωχοί που ευελπιστούσαν να βρουν καταφύγιο σε αυτές τις περιοχές: ήταν επίσης και δύο από τους βασικούς ιδιώτες-χορηγούς του Remap που έψαχναν για πιθανές πηγές κέρδους. Οι Oliaros και οι K&M Properties –και οι δύο πρόκειται για εταιρίες real estate– άρχισαν να ενδιαφέρονται για τα φτηνά ακίνητα της περιοχής και προέβησαν σε μαζικές αγορές. Αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν ένα επενδυτικό λάθος –ίσως δεν περίμεναν ότι η κρίση θα χτυπούσε τόσο νωρίς, ή ίσως υπάρχει ένα διαφορετικό σχέδιο gentrification εκεί.

Η κρίση μπορεί να έχει πλήξει τις εταιρίες real estate της Αθήνας και το εμπορικό κέντρο της πόλης από το 2010-11 και μετά, υπάρχουν όμως σίγουρα άνθρωποι που έχουν βιώσει κρίσεις μικρότερου βαθμού –αλλά εξίσου καταστροφικές– για περισσότερο από δυο δεκαετίες. Πρόκειται για αυτούς που δεν ωφελήθηκαν καθόλου κατά τη διάρκεια και από την περίοδο των τεράστιων κερδών, εκείνοι που δεν ασπάστηκαν ποτέ το νέο κόμμα της μεσαίας τάξης. Η πλειοψηφία των χώρων που φιλοξενούν το Remap Athens για είκοσι μέρες κάθε δυο χρόνια, φιλοξενούσαν μέχρι και πριν λίγα χρόνια κάμποσους φτωχούς των πόλεων, προσωρινά ή κάπως πιο μόνιμα, με νοίκι ή χωρίς: ανθρώπους που θα έμεναν σε αυτά τα κτίρια για όλη τη διάρκεια του έτους. Σήμερα, εκτός από την σύντομη περίοδο του Remap, τα περισσότερα από αυτά τα ιδιόκτητα κτίρια παραμένουν κλειδωμένα και ακατοίκητα. 



Μετάφραση: Κατερίνα Βαρδουλάκη
Επιμέλεια: Δίκτυο Κριτικής Ψυχολογίας




[1] http://remapkm.org/4/ 
[2] Η εκδίωξη του προϋπάρχοντος πληθυσμού από µια «αναβαθμιζόμενη» αστική περιοχή και η εισαγωγή νέου πληθυσμού, ανώτερου κοινωνικού και οικονομικού επιπέδου. Στα ελληνικά ο όρος αποδίδεται ως «εξευγενισμός». [ΣτΜ]


4.5.14

Προσχέδιο για μια ψυχοπολιτική διάγνωση


Ανδρέας Βατσινάς




Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω απ’ το σύγχρονο καπιταλισμό · το φάντασμα της δυσαρέσκειας και της εξέγερσης. Η επιταγή της θετικότητας και της χαράς ως κοινωνιακής συναισθηματικής διαρρύθμισης έχει πάρει πρωτοφανείς διαστάσεις στις σύγχρονες κοινωνίες –ιδιαίτερα κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Παρόλο που η ανάδυση αυτής της τάσης δεν μπορεί να εξηγηθεί προφανώς αποκλειστικά με βάση τη χρησιμότητά της ως μέσου κοινωνικού ελέγχου, από την άλλη όμως, πολλοί/ες που υιοθετούν αυτές τις λογικές και κοινωνικές πρακτικές τείνουν να παραβλέπουν την πολιτική και κοινωνική της λειτουργία. Επίσης, η συναισθηματική διαρρύθμιση της χαράς και της θετικότητας δεν παρατηρείται μόνο στο «δυτικό κόσμο» αλλά και στην Κίνα, όπου το «κομμουνιστικό» κόμμα χρησιμοποιεί τη χαρά ως μέρος μιας ψυχοπολιτικής διακυβέρνησης η οποία αποσκοπεί στον πολιτικό έλεγχο υπό το πρόσχημα της συναισθηματικής υποστήριξης, και παρουσιάζει τους φτωχούς ως χαρούμενους και επιχειρηματικούς παρά τις περιοριστικές συνθήκες υπό τις οποίες ζουν (Yang, 2013).

Η θετική ψυχολογία και ο λόγος της χαράς είναι εμποτισμένα με βασικά ιδεώδη του νεοφιλελευθερισμού –όπως η ατομική ελευθερία επιλογής και το ιδεολόγημα πως η κοινωνική επιτυχία/αποτυχία και προσωπική ολοκλήρωση δεν καθορίζονται τόσο από την κοινωνικο-οικονομική θέση κάποιου αλλά από την ατομική βούληση και προσπάθεια– και συμβάλλουν καθοριστικά στην κατασκευή παραγωγικών, επιχειρηματικών υποκειμένων. Βέβαια, το πρόβλημα δεν είναι τόσο η «θετικότητα» και η «χαρά» καθαυτές, όσο το πώς συναρθρώνονται με μια συντηρητική ψυχολογία υποτακτικότητας και προσαρμογής. Στις επιχειρήσεις, για παράδειγμα, η θετική οργανωσιακή ψυχολογία καταβάλλει αξιέπαινες προσπάθειες για να μεγιστοποιήσει την εκμεταλλευσιμότητα των εργαζομένων, ταυτίζοντας την ατομική τους αυτοπραγμάτωση με τα συμφέροντα των εταιριών και των αφεντικών, και διδάσκοντας τεχνικές θετικής αυτο-χειραγώγησης, αυτο-εντατικοποίησης της παραγωγικότητας, διαχείρισης θυμού και άγχους, που μεταφέρουν την πάλη των τάξεων στο ατομικό ενδοψυχικό και συναισθηματικό επίπεδο, ψυχολογιοποιώντας την κοινωνικοπολιτική διάσταση του «θυμού» ή του «άγχους».[1] 

Σε αυτό το κείμενο δεν θα εστιάσω στο apparatus της χαράς/θετικότητας[2]  (happiness dispositif/apparatus)[3], αλλά θα επιχειρήσω τη σκιαγράφηση ενός δεύτερου apparatus –εκείνου της ψυχικής θωράκισης/ανοσοποίησης (psychological immunity apparatus)– που καθώς διασταυρώνεται με το πρώτο και σε συνδυασμό με αυτό, αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης ψυχοπολιτικής.




Apparatus της ψυχικής θωράκισης/ανοσοποίησης 

Στο σύγχρονο πλαίσιο της εμβάθυνσης του νεοφιλελευθερισμού και της επακόλουθης εντατικοποίησης των ανισοτήτων και του ανταγωνισμού, είναι όλο και πιο φανερό πως η εξάπλωση διαφόρων ψυχοτεχνικών ατομικής «βελτίωσης», «ανάπτυξης» και «θετικής σκέψης» πηγάζει από και ανταποκρίνεται στις ανάγκες της εξουσίας για κοινωνική πειθάρχηση, ενώ προκύπτει επίσης από τις ριζικές αλλαγές που συμβαίνουν σε επίπεδο ψυχοκοινωνικών και ιστορικών διεργασιών. Αποτελεί, ακόμη, μια απόπειρα απάντησης στην ανάγκη αντιμετώπισης σύνθετων κοινωνικο-οικονομικών και πολιτικών προβλημάτων. Μια πληθώρα ακαδημαϊκών και μη πρακτικών (από mindfulness, coaching, ομάδες «θετικής ενέργειας», βιβλία αυτοβοήθειας, σεμινάρια γιόγκα γέλιου, Neurolinguistic Programming, CBT, μέχρι διάφορες μορφές ψυχοθεραπείας, Νew Αge, πνευματικές και θρησκευτικές πρακτικές)[4], υπόσχονται «χαρά μέσα στην κρίση» (Ιωαννίδης, 2013), «ψυχική γαλήνη σε καιρούς ταραχής» (Κονάνος, 2013), «πώς να ζήσουμε σαν Στωικοί» (http://www.stoicismforlife.com) ή τελοσπάντων την καλύτερη «διαχείριση και ανάπτυξη του εαυτού». Αυτή η ρηχή πνευματικότητα, ενδεικτικό σύμπτωμα μιας ψυχοθεραπευτικής κουλτούρας, όχι μόνο δεν μπορεί να προσφέρει απαντήσεις –αφού κατευθύνει το βλέμμα προς τα «μέσα» και όχι στους κοινωνικούς θεσμούς και στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, οδηγώντας σε αυτό που η Silva (2013) ονομάζει «οικονομία της διάθεσης»– αλλά συναρθρώνεται με μια ευρύτερη ψυχοπολιτική που προωθεί τη «σκλήρυνση του εαυτού» και την προσαρμογή στο νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό ως μοναδική λύση.

Αναπόσπαστο μέρος αυτής της ψυχοπολιτικής είναι η αυξανόμενη έμφαση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην έννοια της «ανθεκτικότητας» (resilience)[5] σε κρατικές πολιτικές και σε θεσμούς όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ, σε επιχειρηματικά φόρουμ και εταιρίες, στα σχολεία, στο στρατό, στις κοινωνικές επιστήμες, στην πολιτική διαχείρισης καταστροφών, σε διάφορες «ψυχο-κοινωνικές» παρεμβάσεις, και ειδικά στην ψυχολογική –ακαδημαϊκή και μη– βιβλιογραφία (ενδεικτικά βλ. Cummings & Wooden, 2014) και στις οδηγίες της Αμερικάνικης Ψυχολογικής Εταιρίας (APA, 2009). Εν μέσω κρίσης, διαρκώς πληθαίνουν τα βιωματικά σεμινάρια, οι διάφορες διαλέξεις και συνέδρια που διδάσκουν φτωχούς, ανέργους, ανασφάλιστους, επισφαλείς εργαζόμενους, μικρά παιδιά και τους πρόσφατα απολυμένους γονείς τους, πώς να χτίσουν «ψυχική ανθεκτικότητα», να «θωρακιστούν» απέναντι στις αντιξοότητες και να «προσαρμοστούν θετικά». Η «ανθεκτικότητα» διασταυρώνεται ξεκάθαρα με την προωθούμενη διάλυση του κοινωνικού κράτους και με την απο-πολιτικοποιημένη προσαρμογή και αυξανόμενη «λειτουργικότητα» των ανθρώπων ως ατόμων εντός μιας νεοφιλελεύθερης συνθήκης ανταγωνισμού. Όπως παρατηρεί ο Neocleous (2013), «υπάρχει μια εμφανής σχέση μεταξύ της συγκρότησης της νεοφιλελεύθερης υποκειμενικότητας και της προώθησης του ανθεκτικού πολίτη (resilient citizenship)».

Η «ψυχική ανθεκτικότητα» –υπό τη συγκεκριμένη, ατομιστική, απο-πολιτικοποιημένη εκδοχή της– μπορεί να γίνει αντιληπτή ως μια τεχνολογία εαυτού (Foucault) · ως μια πειθαρχική τεχνική προσαρμογής σε και ενστερνισμού μιας νεοφιλελεύθερης πραγματικότητας στην οποία ο καθένας οφείλει να βασίζεται μονάχα στον εαυτό του και θα πρέπει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό ως επιχειρηματία που ανταγωνίζεται με άλλους εαυτούς-επιχειρηματίες. Με την «ανθεκτικότητα», η ψυχική οικονομία κάθε ατόμου στις δυτικές κοινωνίες εναρμονίζεται σε και κατασκευάζεται με βάση το μοντέλο της οικονομίας ή της διοίκησης μιας επιχείρησης, που πρέπει να ακολουθεί και να προσαρμόζεται τάχιστα στις μεταβολές μιας ασταθούς και απρόβλεπτης αγοράς.

Όπως υποστηρίζουν οι Dardot & Laval (2014), ένα από τα βασικότερα στοιχεία στην πολιτική ατζέντα του νεοφιλελευθερισμού είναι «η προσαρμογή των ανθρώπινων όντων και θεσμών σε μια εγγενώς ευμετάβλητη οικονομική συνθήκη, η οποία βασίζεται στον γενικευμένο, αδιάκοπο ανταγωνισμό» (σ. 64). Η κυρίαρχη ψυχολογία της θωράκισης/ανοσοποίησης (immunitary psychology) και οι διάφορες ψ τεχνικές και πνευματικές πρακτικές που απορρέουν από αυτή, αποτελούν δομικό στοιχείο της νεοφιλελεύθερης ψυχοκοινωνικής διαρρύθμισης. Κι αυτό, επειδή αποσκοπούν στο να θωρακίσουν/ανοσοποιήσουν το άτομο ή να ενδυναμώσουν το εγώ προκειμένου να ανταγωνίζεται και να «είναι λειτουργικό» εντός ενός όλο και περισσότερο ανταγωνιστικού περιβάλλοντος, αναπτύσσοντας την κατάλληλη ψυχοσυναισθηματική «θωράκιση» ώστε να επιστρέφει στην κούρσα του ανταγωνισμού και να υπομένει την καταστροφικότητα του και την αποτυχία.

Φιλοδοξώντας να δημιουργήσει υποκειμενικότητες που είναι πειθήνιες και «fit» σε οποιεσδήποτε συνθήκες, η ψυχολογία της θωράκισης/ανοσοποίησης παρουσιάζει και νομιμοποιεί ένα νεοφιλελεύθερο περιβάλλον ως τη φυσική κατάσταση των πραγμάτων. Αντί να βρίσκεται ενάντια σε ένα άδικο και εκμεταλλευτικό σύστημα (όπως θα όφειλε μια κριτική κοινωνική θεωρία/πρακτική), λειτουργεί ρυθμίζοντας και εξομαλύνοντας τις χειρότερες, πιο καταστροφικές υπερβολές του, ώστε να καταστήσει τον ανταγωνισμό του λειτουργικό και βέλτιστο.

Εκτός από τη στήριξη του ανταγωνισμού, μία άλλη σημαντική διάσταση αυτής της ψυχοπολιτικής είναι ότι προωθεί νέους κοινωνικούς καταναγκασμούς, όπως την αυξανόμενη ιδιο-ποίηση των ψυχικών, σωματικών, και επαγγελματικών ρίσκων και αποτυχιών –που εντείνονται από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές– αποκλειστικά από τα άτομα. Όπως υποστηρίζει o Reid (2012), ο λόγος της ανθεκτικότητας μετασχηματίζει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτός ο κίνδυνος και το ρίσκο, από φαινόμενο από το οποίο θα έπρεπε κανείς να είναι προστατευμένος, σε ένα αναγκαίο δεδομένο στο οποίο πρέπει να εκτεθεί και να υιοθετήσει στη σύγχρονη ζωή. Αυτή η μετατόπιση στην αντίληψη του ρίσκου, όχι μόνο φυσικοποιεί τις παραπάνω πολιτικές, αλλά εκθειάζει το ρίσκο, τις κοινωνικο-οικονομικές δυσκολίες και τις υλικές στερήσεις, ως «ευκαιρίες» και «προκλήσεις» για προσωπική αυτοπραγμάτωση, ανάπτυξη και επιχειρηματικότητα.



“Ψυχολογική επιλογή” και ο “ψυχο-επιχειρηματίας” εαυτός



Στη συνέχεια, θα δούμε με ποιους τρόπους η κυρίαρχη ψυχολογία προωθεί λογικές που στηρίζουν μια συνθήκη εκμετάλλευσης, κοινωνικών ανισοτήτων και ανταγωνισμού, συμβάλλοντας στη συγκρότηση νεοφιλελεύθερων υποκειμένων. Πέρα από το ρόλο της στη ψυχοπολιτική της προσαρμογής, το πιο προβληματικό στοιχείο όσον αφορά τη νεοφιλελεύθερη ψυχολογία είναι το ότι ψυχολογικοποιεί και παθολογικοποιεί τις δομικές σχέσεις εκμετάλλευσης και ανισότητας, οι οποίες παρουσιάζονται ως αποτυχία πολυάριθμών –αλλά παρόλα αυτά μεμονωμένων και ξεχωριστών– ατόμων να ανταποκριθούν στα δήθεν φυσιολογικά πρότυπα «ψυχικής υγείας» και «ψυχο-οικονομικά υγιούς» τρόπου ζωής.

Για παράδειγμα, ο ψυχοθεραπευτής Ιωαννίδης, χρησιμοποιώντας αυτή την ψυχο-επιχειρηματική αφήγηση περί εαυτού (που εκφράζει μια ευρύτερη τάση), ερμηνεύει το φαινόμενο των αστέγων ως κάτι που πηγάζει από τις «λανθασμένες επαγγελματικές επενδύσεις» των αστέγων ή τις «λάθος επενδύσεις τους σε ανθρώπους» (!) (2013: 141-2). Αυτό που μας προσφέρει είναι μια πολιτικά συντηρητική και αναγωγιστική ψυχολογική ανάλυση που όχι μόνο εξηγεί κοινωνικοπολιτικά φαινόμενα ως λανθασμένες ατομικές επιλογές, αλλά –ακόμη χειρότερα– ρίχνει την υπαιτιότητα στους ίδιους τους αδύναμους και σε όσους/ες βρίσκονται στο περιθώριο. Θεωρούνται υπεύθυνοι/ες για την κατάντια τους. Στο ίδιο ακριβώς πνεύμα Spencerιανού κοινωνικού δαρβινισμού και ψυχολογιοποίησης της ανεργίας κινείται και η πρόσφατη πρωτοβουλία της ομάδας Behavioral Insights της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου, η οποία ζήτησε από όσους υπέβαλλαν αίτηση για επιδόματα να υποβληθούν σε online ψυχομετρικές δοκιμασίες (Cronby & Willis, In Press). Τα κοινωνικά προβλήματα, δηλαδή, παρουσιάζονται ως τιμωρία όσων δεν λειτουργούν όπως προτείνουν οι ψυχολόγοι.

Η βαθύτερη συλλογιστική είναι πως συνθήκες όπως η ανεργία, η φτώχεια, το να είναι κανείς άστεγος/η, ή το να καταρρέει κανείς ψυχικά όντας ανίκανος/η να αποκτήσει την «λαστιχένια ανθεκτικότητα» που απαιτεί ο νεοφιλελεύθερος ανταγωνισμός, απέχοντας πολύ από το να αποδίδονται στις δομικές ανισότητες ή στην εκμετάλλευση που υπάρχει στις σύγχρονες κοινωνίες, οφείλονται σε ελλειμματικά ψυχολογικά χαρακτηριστικά, «ανεπαρκείς συναισθηματικές στρατηγικές», έλλειψη προσωπικής θέλησης, ανεπαρκούς «προσωπικής ανάπτυξης» ή «ικανότητας συναισθηματικής αυτορρύθμισης» ορισμένων ατόμων. Αυτή η ψυχολογιοποίηση των κοινωνικοπολιτικών προβλημάτων –παρόλο που αποφεύγει σε κάποιο βαθμό την ηθικολογία που χαρακτήριζε παλιότερες αντιλήψεις περί «χαρακτήρα» και παραδοσιακής «εργατικής ηθικής»– δημιουργεί σαφέστατα νέες μορφές διάκρισης και ανισότητας –αν όχι «ψυχολογικής επιλογής». Από τη μία βρίσκονται οι «πετυχημένοι ψυχο-επιχειρηματίες» ή «καλοί εργάτες του εαυτού» και από την άλλη, αυτοί που αποτυγχάνουν υποτίθεται εξαιτίας της αδύναμης ψυχολογικής τους συγκρότησης ή του ανεπαρκώς αναπτυγμένου ψυχο-επιχειρηματικού τους εαυτού. Με αυτόν τον τρόπο, μετατρέποντας τις κοινωνικές ανισότητες σε «ψυχολογικές», η ατομιστική ψυχολογική θεώρηση γίνεται στυλοβάτης ενός άδικου συστήματος που αποδίδει την ύπαρξη ανισοτήτων και διάχυτης εξαθλίωσης στην «ελλειμματικότητα» ή «ελλιπή ανταγωνιστικότητα» των ίδιων των εξαθλιωμένων.

Με βάση την παραπάνω κοντόφθαλμη ανάλυση, αυτό που αρκετοί ψυχοθεραπευτές,  ειδικοί και μάνατζερ-γκουρού προτείνουν ως υποτιθέμενη λύση στη φτώχεια, την ανεργία και κάθε λογής κοινωνικά προβλήματα είναι ότι καθένας πρέπει ως άτομο να γίνει “ψυχο-επιχειρηματίας” εαυτός. Η βασική ιδέα είναι πως «δουλεύοντας με τον εαυτό του» όχι απλώς ψυχοσυναισθηματικά (τεχνικές διαχείρισης δυσάρεστων συναισθημάτων, σκέψεων, «κατάθλιψης» και «στρες») όσο οικονομικά (να αντιλαμβάνεται την ζωή του με ορολογία και λογική επιχείρησης[6]), μπορεί κανείς όχι μόνο να αποκτήσει τον έλεγχο της ζωής του/της αλλά και να αυξήσει τις ατομικές ευκαιρίες του/της στην αγορά. Αυτή η «εργασία επί του εαυτού» δεν παρουσιάζεται τόσο ποινικοποιητικά –δηλαδή, ως πειθάρχηση-τιμωρία ορισμένων κοινωνικών «αποβρασμάτων», αποτυχημένων ή «ψυχολογικά ανίκανων»– όσο ως ένα θετικό ηθικό project που είναι επιβεβλημένο αλλά και εφικτό για όλους μέσω ατομικής προσπάθειας · μια ψυχο-επιχειρηματική ασκητική προσωπικής ανάπτυξης που βελτιώνει την «παραγωγικότητα», την «απασχολησιμότητα» (employability) και την ανταγωνιστικότητα κάθε ατόμου, και λειτουργεί ως μια νέα υπόσχεση εύρεσης εργασίας και κοινωνικής ανόδου.

Πρόκειται για μια ιδιόμορφη «“παιδαγωγική” που πρέπει να ακολουθηθεί ώστε καθένας να θεωρεί τον εαυτό του ως ιδιοκτήτη ορισμένου “ανθρωπίνου κεφαλαίου” το οποίο πρέπει να οδηγηθεί στην επιτυχία» (Dardot & Laval, 2014: 181). Κεντρική σε αυτή την ασκητική είναι η ιδέα πως μέσω διαχείρισης και εργασίας επί του εαυτού γίνεται κανείς «υπεύθυνο άτομο», που δεν πρέπει βασίζεται σε άλλους και να εμπιστεύεται κανένα πέρα από τον εαυτό του. Όπως στην αγορά, έτσι κι εδώ, οι ευθύνες, τα ρίσκα, η ψυχοσυναισθηματική κατάρρευση, η κοινωνική επιτυχία και αποτυχία βαραίνουν αποκλειστικά το άτομο-επιχείρηση.[7] «Η επιταγή της οικονομίας της διάθεσης να θεραπεύει κανείς τον εαυτό του, οδηγεί σε μια νέα μορφή συγκρότησης συμβολικών φραγμών: Φραγμών ενάντια σε αυτούς που δεν έχουν τη θέληση/βούληση να είναι υγιείς, χαρούμενοι και δυνατοί» (Silva, 2013: 133).

Αξίζει να προσέξουμε πως αυτή η «ψυχο-επιχειρηματική παιδαγωγική» δεν θέτει ως στόχο την υπέρβαση της εκμετάλλευσης και της εξαθλίωσης, αλλά οδηγεί στην εντατικοποίηση της «ανταγωνιστικότητας» των εαυτών-επιχειρήσεων, παραμένοντας έτσι στο πλαίσιο μιας νεοφιλελεύθερης λογικής. Προωθώντας τη συγκρότηση του νεοφιλελεύθερου υποκειμένου, το οποίο χαρακτηρίζεται από μια ιδεολογία προσωπικής ανάπτυξης και διαχείρισης του εαυτού ως επιχείρησης, η γλώσσα της κυρίαρχης ψυχολογίας αναδεικνύεται ξεκάθαρα ως μια από τις γλώσσες του νεοφιλελευθερισμού.





O πρώτος πίνακας είναι του Asger Jorn και ο δεύτερος του Constant Nieuwenhuys. Η τελευταία εικόνα είναι του Eddie Retelj.


Βιβλιογραφία


Αγγελάκης, A. (2010). Akis Angelakis speaks about anxiety and stress. YouTube video. Ανακτήθηκε από: http://www.youtube.com/watch?v=TF1S2JOeZAw

APA (2009). Staying Resilient Through Tough Economic Times. Retrieved from, http://www.apa.org/helpcenter/resilience-tough-economy.aspx

Cummins, R.A., Wooden, M. (2014). Personal Resilience in Times of Crisis: The Implications of SWB Homeostasis and Set-Points. Journal of Happiness Studies, 15: 223-235.

Cronby, J., Willis, M.E. (In press). Nudging into subjectification: Governmentality and psychometrics. Critical Social Policy.

Dardot, P., Laval, C. (2014). The New Way of the World: On Neo-liberal Society. London: Verso.

Foucault, Μ. (1980). Power/Knowledge: Selected Interviews and Other Writings, 1972-1977. New York: Pantheon.

Ιωαννίδης, Π. (2013). Υπάρχει χαρά μέσα στην κρίση; Αθήνα: Μίνωας.

Κολοκυθά, Φ. (2012). Η δικτατορία της χαράς. Radicalμα, 1: 17-20.

Κονάνος, Α. (2013). Ψυχική γαλήνη σε καιρούς ταραχής. YouTube video. Ανακτήθηκε από: http://www.youtube.com/watch?v=bN-v9VlfSvs

Μεντίνης, Μ. (2012). Ο χαρούμενος ύπνος και οι χαμογελαστοί πελάτες του. Λεύγα, 8: 46-52.

Neocleous, M. (2013). Resisting resilience. Radical Philosophy, 178, March/April (2-7).

Πιντέρης, Γ. (2013). Αντιμετωπίζοντας την ανεργία. Το υπαλληλίκι πέθανε. Αθήνα: Ιβίσκος.

Reid, J. (2012). The Neoliberal Subject: Resilience and the Art of Living Dangerously. Révista Pleyade, 10: 143-165.

Silva, J. (2013). Coming up short: working-class adulthood in an age of uncertainty. New York: Oxford University Press.

Yang, J. (2013). “Fake Happiness”: Counseling, Potentiality, and Psycho-Politics in China. Ethos, 41(3): 292-312.

Wolin, S.J., Wolin, S. (1993). The resilient self: How survivors of troubled families rise above adversity. New York: Villard Books.





[1] Υποδειγματική εφαρμογή αυτών των προσεγγίσεων βρίσκουμε στα McDonalds. Βλ. http://www.huffingtonpost.com/2013/11/20/mcdonalds-vacation_n_4303629.html, http://lowpayisnotok.org/mcresources/
[2] Βλ. Stenner & Greco (2013), Κολοκυθά (2012), Μεντίνης (2012). 
[3] Ο Foucault (1980) ορίζει το dispositif/apparatus ως «ένα ετερογενές σύνολο που αποτελείται από λόγους, θεσμούς, αρχιτεκτονικά σχήματα, κανονιστικές αποφάσεις, νόμους, διοικητικά μέτρα, επιστημονικές θέσεις, φιλοσοφικές, ηθικές και φιλανθρωπικές προτάσεις – τόσο, δηλαδή, το λεχθέν όσο και το ανείπωτο. Αυτά είναι τα στοιχεία ενός apparatus. […] Αντιλαμβάνομαι υπό τον όρο ‘apparatus’ ως ένα είδος διάταξης που έχει ως πρωταρχική λειτουργία του σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή το να ανταποκριθεί σε μια επείγουσα ανάγκη» (σ. 194-5). 
[4] Η λίστα είναι πραγματικά τεράστια. Ενδεικτικά, βλ. http://festival.therapyplanet.gr/, http://www.1000smiles.gr/, Ιωαννίδης (2013), Πιντέρης (2013), Αγγελάκης (2010). Βέβαια, όλες αυτές οι προσεγγίσεις/πρακτικές χαρακτηρίζονται από σημαντική ετερογένεια, και απαιτούν ξεχωριστή κριτική ανάλυση και αποδόμηση. 
[5] Η «ψυχική ανθεκτικότητα» προέρχεται από το λατινικό ρήμα «resilire» (προσαρμόζομαι, επανέρχομαι) και ορίζεται συνήθως ως «η ικανότητα του ατόμου να επανέρχεται, να αντέχει στις δυσκολίες και να επαναδομεί τον εαυτό του (Wolin & Wolin, 1993)». 
[6] Για παράδειγμα, διάφορες ψυχο-οικονομικές θεωρίες (θεωρία κοινωνικής ανταλλαγής, θεωρία ισοτιμίας) και θεωρίες ανθρωπίνου κεφαλαίου που προωθούνται από την κυρίαρχη «κοινωνική» ψυχολογία και την οργανωσιακή ψυχολογία/ψυχολογία εργασίας, κατασκευάζουν μια αντίληψη του εαυτού ως «μικρού καπιταλιστή», που αντιμετωπίζει εργαλειακά την κοινωνική ζωή, με όρους «επένδυσης» ή ανάλυσης ατομικού κόστους-ωφέλειας (cost-benefit analysis), και έχει ως βασική ασχολία το να «αναπτύσσει», να «προωθεί/διαφημίζει» και να «πουλάει» τον εαυτό του. 
[7] Σε αυτό το σημείο αξίζει να θυμηθούμε πως πολλές από τις ψυχολογικές κατασκευές που η ψυχολογία εκθειάζει ως ύψιστο δείγμα ηθικότητας του δήθεν «αυτόνομου» και «ώριμου» ψυχολογικά ατόμου (π.χ. συναισθηματική αυτορρύθμιση ή αυτοέλεγχος, ευελιξία, θετική προσαρμοστικότητα, ατομική ευεξία), αποτελούν μηχανισμούς συγκρότησης και αυτο-διακυβέρνησης του νεοφιλελεύθερου εαυτού-επιχείρησης.