30.4.15

Ενάντια και πέρα απ’ το (αντι)bullying Reloaded (2o μέρος)


Ανδρέας Βατσινάς



Ανακαλύψαμε λοιπόν κι επίσημα μια καινούρια έννοια και «φαινόμενο». Το περιστατικό του Βαγγέλη Γιακουμάκη συνέβαλε καθοριστικά στην εδραίωση του ψυχολογικού λόγου του ‘bullying’ στην ελληνική κοινωνία ως τρόπου νοηματοδότησης μιας μεγάλης γκάμας ετερογενών φαινομένων (από πειράγματα, κοροϊδίες και αστεία μέχρι συγκρούσεις, προσβολές, διαφορετικές μορφές δομικής καταπίεσης, βασανιστήρια κλπ). Η πρωτοφανής διάδοση της συγκεκριμένης ρητορικής δεν εντοπίζεται μόνο στο δημόσιο λόγο, σε εφημερίδες, τηλεοπτικές εκπομπές και στην εγχώρια σοουμπίζ (όπου διάφοροι/ες celebrities θυμήθηκαν ξαφνικά πως είναι ‘θύματα’), αλλά επίσης σε συγκεκριμένες αλλαγές στις κρατικές/θεσμικές λογικές διακυβέρνησης. Όπως μας πληροφόρησε ο υπουργός παιδείας εξαγγέλλοντας σχολικές εκπαιδευτικές δράσεις για την καταπολέμηση του «φαινομένου» «ο Ευάγγελος Γιακουμάκης αποτελεί το πρώτο καταγεγραμμένο με θάνατο θύμα του σχολικού εκφοβισμού», ενώ ο υπουργός δικαιοσύνης προώθησε δίχως χρονοτριβή τις αντίστοιχες νομοθετικές αλλαγές για την ποινικοποίηση του bullying.

Με τον «πόλεμο κατά του bullying» εφευρέθηκε άλλη μία έννοια κάτω από το παθολογικοποιητικό βάρος της οποίας συρρικνώνεται ο πλούτος της αλληλόδρασης. Αν ψυχολογικές κατηγορίες όπως το ‘ΔΕΠΥ’ εξαφάνισαν τα άτακτα παιδιά (πλέον είναι ΔΕΠΥ) και η διεύρυνση της κατάθλιψης εξαφάνισε την απλή μελαγχολία ή στενοχώρια, τώρα το bullying εξαφανίζει κάθε έννοια πειράγματος ή αστεϊσμού. Όλα είναι πλέον βία και όλοι κινδυνεύουμε να κατηγορηθούμε…

Ο λόγος του (αντι)bullying συνδέεται με μια νεοφιλελευθεροποίηση της κοινωνίας με διάφορους τρόπους. Σε αυτό το κείμενο[1] θα δούμε πως συμβάλλει σε μια διάχυτη ατμόσφαιρα ανασφάλειας, επικινδυνότητας και φόβου η οποία νομιμοποιεί διάφορες μορφές ψυχολογικής (αυτο)αστυνόμευσης στο όνομα της ψυχολογικής «ασφάλειας».



Άγριες Ιστορίες 

Ως εργαλείο ανάλυσης θα χρησιμοποιήσω την αργεντινο-ισπανική ταινία ‘Άγριες Ιστορίες[2] [Relatos Salvajes] σκηνοθεσίας Damián Szifron (2014), η οποία αποτελείται από έξι ιστορίες ακραίων περιστατικών ‘βίας’ και εκδίκησης. Στην αρχή της ταινίας το όνομα κάθε πρωταγωνιστή/τριας και των συντελεστών εμφανίζεται σε αντιστοιχία με κάποιο ζώο (αετός, καρχαρίας, ελάφι, τίγρη, γορίλας, πρόβατο, ένας κροκόδειλος με κοφτερά σαγόνια). Παρατηρούμε επίσης μια ομάδα ελεφάντων, γκνου σε έναν κόκκινο σαν αίμα ουρανό, ύαινες, μια αρκούδα που βρυχάται, μια μοχθηρή κουκουβάγια, αρπακτικά γεράκια, λιοντάρια, λύκους, το φονικό βλέμμα μιας αλεπούς, καθώς και διάφορα θηράματα (πρόβατο, ελάφι, το ευάλωτο δέρμα μιας ζέβρας και μιας καμηλοπάρδαλης). Η εναλλαγή αυτών των καρέ δημιουργεί την αίσθηση ενός ανελέητου πολέμου όλων εναντίον όλων, φέρνει στο νου τη φράση πως «ο άνθρωπος είναι για τον άνθρωπο λύκος».


Αρκετοί σχολιαστές και κριτικοί θεώρησαν πως το Άγριες Ιστορίες αποτελεί καθρέφτη μιας σύγχρονης κοινωνίας-ζούγκλας όπου διάφορες αγέλες ισχυρών (σαρκοβόροι θηρευτές) επιβάλλονται στους αδύναμους (αθώα και ενάρετα θηράματα), υποστηρίζοντας πως η άλογη και τυφλή βία, η φονική μανία και «τρέλα» των χαρακτήρων –οι οποίοι, σύμφωνα με το σκηνοθέτη, «περνούν το λεπτό όριο που διαχωρίζει τον πολιτισμό από τη βαρβαρότητα»– πηγάζει από κάποια ζωώδη ή βαθύτερα ένστικτα της «ανθρώπινης φύσης». Παρομοίως, ο λόγος του bullying παρουσιάζει γενικόλογα κάποιους ισχυρούς ως ‘θύτες/bullies’ και κάποιους αδύναμους ως ‘θύματα’, ενώ τα περισσότερα άρθρα και βιβλία (ακαδημαϊκής και ποπ ψυχολογίας) για το «φαινόμενο» προσφέρουν συχνά την απαραίτητη «επιστημονική» τεκμηρίωση στην άκριτη σύνδεση μιας αόριστης βίας και επιθετικότητας με μια πρωτόγονη κατάσταση, χρησιμοποιώντας κάποια δαρβινική θεωρία φυσικής επιλογής, κάποια κοινωνιοβιολογική θεωρία ή τις ψυχαναλυτικές ιδέες του Freud για την επιθετικότητα (π.χ. Τρίγκα-Μερτίκα, 2011· Rigby, 2008). Χαρακτηριστικές είναι επίσης οι κριτικές περί μιας σάπιας κοινωνίας-αγέλης που ακούστηκαν στο περιστατικό του Βαγγέλη Γιακουμάκη.

Σε αντίθεση όμως με αυτές τις θεωρήσεις, η ατμόσφαιρα βίας, αγριάδας και φόβου που απ’ τη μια καταγγέλλει και απ’ την άλλη αισθητικοποιεί τόσο η ταινία όσο και ο λόγος του (αντι)bullying –η ιδέα πως ζούμε σε έναν επικίνδυνο κόσμο όπου δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε και να βασιζόμαστε σε κανένα εκτός από τον εαυτό μας– δεν προέρχεται από κάποια «ζωώδη ανθρώπινη φύση» ή «κατώτερα ένστικτα» ούτε  οφείλεται σε μια κοινωνική κατάντια, ανωριμότητα ή ατομική ψυχοπαθολογία. Αντίθετα, αντανακλά και αναπαράγει μια συγκεκριμένη κοσμοαντίληψη, μια θυμική αίσθηση που χαρακτηρίζει τον νεοφιλελεύθερο –ανταγωνιστικό και ανθρωποφαγικό– τρόπο οργάνωσης της κουλτούρας και του κοινωνικού. Ο λόγος του (αντι)bullying αντί να «ανακαλύπτει» απλώς αυτή τη διάχυτη ατμόσφαιρα ανασφάλειας, ανταγωνισμού και επικινδυνότητας –με τη μορφή μιας εκτός ελέγχου ‘βίας/εκφοβισμού’ (που δεν υπήρχε ανέκαθεν ούτε είναι φυσική, όπως υποστηρίζουν αρκετοί/ες)– συμβάλλει ενεργά στη συγκρότησή της.


********  Προσοχή, spoiler!  ********


Η πρώτη ιστορία της ταινίας μπορεί να μας βοηθήσει να εμβαθύνουμε στη σχέση μεταξύ του λόγου του (αντι)bullying και της θυμικής οικονομίας που προϋποθέτει μια «ώριμη» νεοφιλελεύθερη κοινωνία. Η ιστορία αυτή αφορά μια αεροπορική πτήση, οι επιβάτες της οποίας ανακαλύπτουν έκπληκτοι –μέσω μιας σειράς συμπτώσεων– πως έχουν κάτι κοινό. Όλοι τους τυχαίνει να γνωρίζουν τον ίδιο άνθρωπο (τον Gabriel Pasternak), τον οποίο περιγράφουν χρησιμοποιώντας μια πολιτισμική αφήγηση ‘ψυχολογικά προβληματικού’ ή/και ‘θύματος bullying’· απροσάρμοστος στο σχολικό, ακαδημαϊκό, εργασιακό πλαίσιο και ερωτικά αποτυχημένος. Η πρώην δασκάλα του κι ένας μουσικοκριτικός θεωρούν πως «πρέπει να είχε πρόβλημα», ένας παλιός συμμαθητής του αναφέρει πως «τον τυραννούσαμε στο σχολείο», το πρώην αφεντικό του εξηγεί πως τον απέλυσε επειδή «δεν τα πήγαινε καλά με τους πελάτες», ενώ η πρώην ερωμένη του σχολιάζει πως τον απάτησε με τον καλύτερό του φίλο (ο οποίος καθόλου τυχαία ταξιδεύει με την ίδια πτήση!). Αυτό που δε γνωρίζουν –και συνειδητοποιούν με φρίκη– είναι πως πιλότος αυτής της προσχεδιασμένης πτήσης είναι ο Gabriel που σκοπεύει να αυτοκτονήσει/τους εκδικηθεί, ρίχνοντας εσκεμμένα το αεροπλάνο πάνω στο σπίτι των γονιών του.[3] 

Γιατί συνέβη αυτό; Μήπως επειδή ο Gabriel ήταν «προβληματικό παιδί», επειδή τον τυραννούσαν στο σχολείο, επειδή τσαλακώθηκε η αυτοεκτίμησή του απ’ τον μουσικοκριτικό, επειδή τον απέλυσαν, επειδή τον απέρριψαν ερωτικά; Ο Λούμπιτς της πτήσης της Germanwings έπασχε από κατάθλιψη; Μπας και είχε «ψυχολογικά»; Ο Βαγγέλης αυτοκτόνησε ή δολοφονήθηκε; Αν αυτοκτόνησε, αυτό οφείλεται στο ότι ήταν από τη «φύση» του συνεσταλμένο και ψυχικά ευάλωτο παιδί ή στα επίκτητα ψυχολογικά τραύματα που του προκάλεσε το ‘bullying’; Φταίνε οι γονείς, οι αδιάφοροι εκπαιδευτικοί, οι θύτες, η ανώριμη κοινωνία; Γιατί; Ποιοι είναι οι πραγματικοί λόγοι; Ποια είναι η αλήθεια;

Ποιος μας μιλάει εδώ; Ποιος μας καλεί να «διαβάσουμε» τον ψυχισμό των άλλων και να διαγνώσουμε τα ψυχολογικά προβλήματα τους; Σε αυτή την υβριδική φωνή συναντιούνται τρείς «ειδικοί» –θεσμικοί εκπρόσωποι του Νόμου, της Ψ-Επιστήμης και του Θεάματος που κατασκευάζουν εκείνο που μας παρουσιάζεται ως «γεγονός». Μέσα απ’ αυτή μας μιλά ένας δικηγόρος-δικαστής-ντετέκτιβ-αστυνόμος που βλέπει τα νομικά-εγκληματολογικά του εργαλεία ως ανεπαρκή· ένας ψυχολόγος-ψυχίατρος που συμπληρώνει τον πρώτο, διατυπώνοντας ψυχολογικές ερμηνείες, διαγνώσεις και υποθέσεις· ένας χυδαίος δημοσιογράφος-τηλεπαρουσιαστής που μετατρέπει διάφορα περιστατικά σε σοκαριστικό αλλά διασκεδαστικό θέαμα. Στο Άγριες Ιστορίες, αυτές οι λειτουργίες (νομική, ψυχολογική, θεαματική) είναι εκ των προτέρων ενσωματωμένες στην κινηματογραφική αφηγηματική ματιά.



(Αντι)bullying, αυτοκαταστροφικότητα και μνησικακία

Αν και ο λόγος του (αντι)bullying συνδέεται στενά με παλαιότερες πολιτισμικές αφηγήσεις θυματοποίησης, παρουσιάζει ορισμένες διαφορές με αυτές. Τόσο στα πολύμορφα κινήματα της δεκαετίας του 60 και 70 όσο και στις αφηγήσεις θυματοποίησης που διαμορφώθηκαν από τη δεκαετία του 70 και μετά, οι διάφορες μορφές ‘βίας’ και προσωπικής ‘οδύνης’ ήταν συνυφασμένες με συλλογικές και πολιτικές ιστορίες δομικής καταπίεσης (μεταξύ άλλων, το Ολοκαύτωμα, ο θεσμικός και ευρύτερος φυλετικός ρατσισμός στις ΗΠΑ, η πατριαρχική καταπίεση και βία ενάντια σε γυναίκες και παιδιά, η εξουσιαστική λειτουργία της ψυχιατρικής, η καταπίεση από την πυρηνική οικογένεια, η συστημική βία εναντίον ΛΟΑΤ ατόμων, η αμερικάνικη επέμβαση στο Βιετνάμ). Αντίθετα, ο λόγος του (αντι)bullying παρόλο που συχνά αναφέρει κάποιους κατ’ επίφαση «κοινωνικούς» και «οικογενειακούς» παράγοντες –οδηγώντας σε καθόλου εποικοδομητικές αλληλοκατηγορίες τις θεσμικές αρχές, τα σχολεία και τους γονείς– εξατομικεύει πλήρως τις σχέσεις εξουσίας, παρουσιάζοντάς τις ως βίαιες παθολογικές συμπεριφορές κάποιων ‘θυτών’ που τραυματίζουν ψυχολογικά συγκεκριμένα ‘θύματα’. Οι διάφορες προσεγγίσεις και δράσεις «καταπολέμησης του bullying» βασίζονται σε και ενισχύουν αυτή την εξατομίκευση και ψυχοπαθολογικοποίηση.  

Επιστρέφοντας όμως στην ιστορία της ταινίας, αυτό που παρατηρούμε δεν είναι μόνο ότι η αποτυχία κάποιου να ανταποκριθεί στα σύγχρονα πρότυπα κοινωνικότητας και επαγγελματικής επίδοσης ψυχο(παθο)λογικοποιείται και εξατομικεύεται μέσω της πολιτισμικής φιγούρας του ‘αιωνίως loser’, του ‘ψυχολογικά προβληματικού’ ή του ‘θύματος bullying’. Βλέπουμε, επίσης, πως ο λόγος του (αντι)bullying συχνά οδηγεί αυτούς/ες που κατασκευάζει ως ‘θύματα’ σε μια δυναμική αυτοκαταστροφικότητας ή/και μνησικακίας. Απ’ τη μία, η πολύ προβληματική ατομική θυματοποίηση/ηρωοποίηση που προωθεί –η οποία θυματοποιεί ορισμένα άτομα ως ευάλωτα, ψυχικά τραυματισμένα και ελλειμματικά, αλλά επίσης τα εκθειάζει ως δυνατά/ενδυναμωμένα και αυτοκαθοριζόμενα άτομα– συνδέεται με μια αυτομομφή και αυτοπαθολογικοποίηση. Από την άλλη, η εξατομίκευση του φταιξίματος, η απόδοση της ευθύνης σε εκείνους που κατονομάζονται ως ‘θύτες’, παράγει ένα αίσθημα εκδικητικής μνησικακίας απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους.[4]
  
Αυτή η διπλή δυναμική φαίνεται στα λόγια του πρώην ψυχίατρου του Gabriel, καθώς προσπαθεί να αποτρέψει το σχέδιο αυτοκτονίας/εκδίκησης του τελευταίου:

“Gabriel, είσαι μέσα; Απάντησέ μου, σε παρακαλώ! […] Gabriel, άκουσέ με. Μην κατηγορείς τον εαυτό σου για τίποτα. Εσύ είσαι το θύμα αυτής της κατάστασης. Αυτοί που σου κατέστρεψαν τη ζωή ήταν οι γονείς σου. […] Αυτοί ευθύνονται που υποφέρεις. Όλοι εμείς εδώ δε φταίμε σε τίποτα.”

Η κριτική στην αυτομομφή του θύματος και η μετάθεση της υπαιτιότητας/φταιξίματος από τους δαιμονοποιημένους ‘επιβάτες-θύτες’ στους γονείς, μπορούν να ερμηνευτούν ως αποτυχημένες προσπάθειες εξουδετέρωσης της αυτοκαταστροφικότητας και της μνησικακίας που παράγει ο λόγος του (αντι)bullying. Όμως, παρά τις απεγνωσμένες εκκλήσεις του ψυχίατρου, ο Gabriel δεν απαντά· για τη λογική του (αντι)bullying παραμένει μια δυσνόητη και μη αναγνωρίσιμη φιγούρα. Δεν είναι το «καλό» προβλέψιμο θύμα που μέσω της «ηθικής» θεραπευτικής ομιλίας εξελίσσεται σε ηρωικό και ενδυναμωμένο άτομο. Για τον Gabriel, κόλαση είναι οι άλλοι. Η εκκωφαντική σιωπή του σηματοδοτεί ένα πέρασμα από το γνώριμο θύμα-ήρωα σε έναν επικίνδυνο αυτόχειρα και δολοφόνο-τιμωρό, οδηγώντας σε διάφορα περιστατικά νεοφιλελεύθερης ανθρωποφαγίας που τροφοδοτούν τις προβλέψεις και τις προσδοκίες του συμπλέγματος Νόμου/Ψ-Επιστήμης/Θεάματος.


Ωστόσο, η αυτοκαταστροφικότητα ή/και η εκδικητική μνησικακία δεν παρουσιάζεται ως ένα –πιθανό– αποτέλεσμα του ίδιου του λόγου του (αντι)bullying, ο οποίος ελαχιστοποιεί τα όρια της ευαλωτότητας (το τι θεωρείται «ψυχικά τραυματικό») και δημιουργεί έναν εύθραυστο και (αν)ασφαλή ψυχισμό που καταδιώκεται από κινδύνους, κατηγορώντας διάφορους μοχθηρούς εχθρούς για το ότι βλάπτουν με απρόβλεπτες συνέπειες τη ‘ψυχική υγεία’ του.[5] Αντίθετα, ο λόγος του (αντι)bullying –που είναι ήδη ενσωματωμένος στην κινηματογραφική αφήγηση και άρα περνάει απαρατήρητος– εξηγεί λανθασμένα τις παραπάνω τάσεις ως επιπτώσεις του ‘bullying’.

Κι έτσι αρχίζει ένας νέος κύκλος ψυχοπολιτικών αισθημάτων φόβου και ‘θεαματικής (αν)ασφάλειας’ (Rimke, 2010)…



Το (αντι)bullying ως μηχανισμός ασφάλειας/ανασφάλειας

Μια διάχυτη ανησυχία ξεπροβάλλει σε αυτή την –ήδη ψυχολογικοποιημένη– ιστορία και στα ερωτήματα που έμμεσα διατυπώνει: Ποιες είναι οι πιθανές επιπτώσεις του ‘bullying’; Μέχρι που μπορεί να οδηγήσει το ‘bullying’ ένα ‘θύμα’; Στην αυτοκτονία, στην εκδικητική δολοφονία; Είναι τα ‘θύματα bullying’ επικίνδυνα;

Αυτοί οι φόβοι θυμίζουν τις παλαιότερες (στη δυτική κουλτούρα) αντιλήψεις περί ‘δαιμονικής κατοχής’, καθώς παρουσιάζουν το ‘bullying’ σαν μια μυστηριώδη, μεταφυσική οντότητα που κυριεύει τα ‘θύματα’ και καθοδηγεί τις πράξεις τους με απρόβλεπτες και τρομακτικές συνέπειες. Ωστόσο, σε αντίθεση με τη θρησκευτική φιγούρα του ‘δαιμονισμένου’, η θέση ‘θύματος bullying’ συνδέεται με τους λόγους επικινδυνότητας του ‘ψυχικά ασθενή’ και του ‘ψυχολογικά προβληματικού’.

Αν –όπως μας λένε– το ‘bullying’ βρίσκεται παντού και αφήνει ψυχικά τραύματα σε κοινά, καθημερινά άτομα, τότε «όλοι» είμαστε δυνητικά ‘θύτες’ ή/και ‘θύματα’. Αυτός ο «εκδημοκρατισμός» της ευαλωτότητας και της επικινδυνότητας συνοψίζεται εξαιρετικά και στον υπότιτλο του Άγριες Ιστορίες: «Ο καθένας μας μπορεί να χάσει τον έλεγχο». Η επικινδυνότητα αυτή υποτίθεται πως πηγάζει από την ψυχολογική ουσία του ατόμου και δεν αφορά μόνο το τι έχει κάνει κάποιος, αλλά επίσης το τι μπορεί να κάνει δυνητικά στο μέλλον.

Στις «ώριμες» νεοφιλελεύθερες κοινωνίες καλλιεργείται συστηματικά ένας διάχυτος φόβος για το κοινό/δημόσιο και μια κινδυνολογία για την απαλλοτρίωση του σώματος-ιδιοκτησίας –που θεωρείται ως «μέσα»– από το επικίνδυνο «έξω» (π.χ. φόβος ληστείας ή δολοφονικής επίθεσης, κίνδυνος μόλυνσης από διάφορες θανατηφόρες, καρκινογόνες ουσίες που διεισδύουν στο σώμα μέσω της τροφής ή της επαφής με το περιβάλλον). Σε αντιστοιχία με τη φωνή στο μετρό που μας δασκαλεύει να «προσέχουμε τα προσωπικά μας αντικείμενα», ο λόγος του (αντι)bullying μας ζητά πλέον να αντιμετωπίσουμε όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή σαν ατομική ιδιοκτησία την οποία έχουμε δικαίωμα/υποχρέωση να προστατεύουμε.

Στη βάση αυτής της ιδιοκτησιακής αντίληψης για τον ψυχισμό διαμορφώνονται καχύποπτα, (αν)ασφαλή υποκείμενα που διατρέχουν ένα συνεχή κίνδυνο ψυχολογικής απαλλοτρίωσης και οφείλουν να αστυνομεύουν τον εαυτό τους και τους γύρω τους. Ως εγκιβωτισμένα και ευάλωτα υποκείμενα καλούμαστε να βιώσουμε την επαφή με τους άλλους ανθρώπους ως μια δυνητική απειλή και να οδηγηθούμε σε μια κατάσταση περιχαράκωσης όπου δεν πρέπει να ανεχόμαστε τίποτα από τους άλλους αλλά ούτε κι εκείνοι από εμάς· καταλήγουμε λοιπόν να βαφτίζουμε με την ταμπέλα του ‘bullying’ κάθε διαφωνία και περίπτωση που μας αντιμετωπίζουν με τρόπο που δεν μας αρέσει ή/και μας κάνουν να νιώθουμε άβολα. Τα υποκείμενα της λογικής του (αντι)bullying χρειάζονται διαρκώς μια ψυχολογική-αστυνομική εξουσία η οποία οφείλει να προστατεύει και να περιφρουρεί τον εύθραυστο ψυχισμό τους, αναπτύσσοντας μηχανισμούς ποινικοποίησης, επιτήρησης, πρόληψης και λεκτικής υγιεινής που θα αποτρέπουν τις παραβιάσεις της «κανονικής» ψυχολογικής τάξης.

Ωστόσο, τόσο η ποινικοποιητική νομοθεσία όσο και οι διάφορες εκστρατείες καταπολέμησης του ‘bullying’ χαρακτηρίζονται από μια έντονη αντίφαση –που διαπερνά τη λέξη ‘αντι-bullying’. Αυτές οι προσπάθειες και δράσεις, παρά τις καλές προθέσεις των εκφραστών τους, (θα) είναι αποτυχημένες όχι μόνο επειδή δεν θα καταφέρνουν να «μειώσουν» τον φανταστικό ανεμόμυλο ‘bullying’ που καταδιώκουν –κάτι που παραδέχονται πλέον αρκετές έρευνες στο εξωτερικό. Το πρόβλημα με το λόγο και τις πρακτικές του (αντι)bullying είναι πως αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου μηχανισμού ασφάλειας/ανασφάλειας, τον οποίο δεν κατανοούν. Η αντίφαση τους βρίσκεται στο ότι ενώ καλλιεργούν μια (ψευδή και ανέφικτη) υπόσχεση «ασφάλειας» μέσω μιας δήθεν αναπόφευκτης ψυχολογικής (αυτο)αστυνόμευσης, την ίδια στιγμή προϋποθέτουν κι ενισχύουν τα ψυχοπολιτικά αισθήματα ανασφάλειας (επικινδυνότητα, φόβο, καχυποψία, ευαλωτότητα) που ισχυρίζονται πως καταπολεμούν.

Το να πάμε λοιπόν «ενάντια και πέρα απ’ τη ρητορική του (αντι)bullying» σημαίνει επίσης πως χρειάζεται να κινηθούμε ενάντια και πέρα απ’ τους κοινωνικοπολιτικούς μηχανισμούς (αν)ασφάλειας που λειτουργούν στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης ψυχοπολιτικής. 




Βιβλιογραφία


Rigby, Κ. (2008). Σχολικός Εκφοβισμός: Σύγχρονες Απόψεις. Αθήνα: Τόπος. 

Rimke, H. (2010).  Beheading aboard a Greyhound bus: Security politics, bloodlust justice, and the mass consumption of criminalized cannibalism.  The Annual Review of Interdisciplinary Justice Research, 1, 172-192.

Szifron, D. (director) (2014). Relatos Salvajes. [Film]  Argentina, Spain: Kramer & Sigman Films, El Deseo

Τρίγκα-Μερτίκα, Ε. (2011). Σχολική Βία. Bullying. Σχολικός εκφοβισμός, θυματοποίηση, ο ρόλος οικογένειας-σχολείου: Επιμορφωτικές  ανάγκες των εκπαιδευτικών. Αθήνα: Γρηγόρη.


[1] Συνέχεια του πρώτου μέρους, http://criticalpsy-net.blogspot.gr/2015/03/bullying_4.html
[2] Στα ελληνικά μεταφράστηκε ως ‘Ιστορίες για αγρίους’.
[3] Αυτή η ψυχολογικοποιημένη ιστορία θυμίζει έντονα το πρόσφατο αεροπορικό δυστύχημα στις Άλπεις και το πόσο εύκολα και γρήγορα επικράτησαν διάφορα –βολικότατα για την εταιρία– ψυχολογικά σενάρια που απέδιδαν το ατύχημα στην υποτιθέμενη κατάθλιψη ή στα «ψυχολογικά» του πιλότου, με τα κανάλια της τρομολαγνείας να ωρύονται για το πως επιτράπηκε σε έναν «τρελό» ή/και «καταθλιπτικό» να πιλοτάρει το αεροπλάνο.
[4] Στην υπόθεση Γιακουμάκη, αυτό φάνηκε κατά τη δημόσια διαπόμπευση των φερόμενων ως ‘θυτών-βασανιστών’, τη διακίνηση των φωτογραφιών τους και τις απειλές κατά της ζωής τους στο διαδίκτυο. Αυτή η εκδικητική μνησικακία όχι μόνο δεν ήταν «bullying»· αντίθετα, ήταν φυσικό επακόλουθο της λογικής του (αντι)bullying.
[5] Οι έννοιες του ‘ψυχικού τραύματος’ ή της ‘κάκωσης/βλάβης της ψυχικής υγείας’ σηκώνουν μεγάλη συζήτηση, αυτό όμως δεν προβληματίζει και πολύ τις κυρίαρχες προσεγγίσεις, καμπάνιες και νομοθεσίες (αντι)bullying.

4.3.15

Ενάντια και πέρα απ' τη ρητορική του (αντι)bullying



Ανδρέας Βατσινάς



Τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να κάνει την εμφάνισή της στην ελληνική πραγματικότητα μια τάση θεραπευτικοποίησης της εκπαίδευσης, η οποία αντανακλά ευρύτερες δυτικές τάσεις και θεσμοθετημένες κρατικές πολιτικές. Ορισμένα στοιχεία της είναι η εισαγωγή κοινωνικών λειτουργών και ψυχολόγων στα σχολεία ως μέρος των προγραμμάτων απασχόλησης ανέργων, η εμφάνιση σεμιναρίων, ομιλιών και διαλέξεων σε καθηγητές και δασκάλους για τη σημασία της διαχείρισης και της έκφρασης των συναισθημάτων, και γενικότερα μια έμφαση στη ‘ψυχική/συναισθηματική υγεία’ και ‘ευεξία’ των παιδιών. Οι μαθητές που θα μπουν στο σχολείο τα επόμενα χρόνια θα έρθουν σε επαφή με ένα πολύ διαφορετικό σώμα θεσμικών λογικών και πρακτικών από εκείνο που συναντούσαν μέχρι πρότινος. Οι αντιλήψεις περί «παιδιού» ή «μαθητή» παίρνουν σταδιακά μια πολύ πιο θεραπευτική και ψυχολογική τροχιά, οι επιπτώσεις της οποίας δεν έχουν γίνει ακόμα πλήρως αντιληπτές.[1]

Αναπόσπαστο μέρος αυτής της διαδικασίας θεραπευτικοποίησης είναι η –σχετικά πρόσφατη– ανάπτυξη του λόγου του εκφοβισμού (bullying) ως κυρίαρχου ερμηνευτικού πλαισίου των ενδοσχολικών συγκρούσεων και των σχέσεων εξουσίας. Διάφοροι οργανισμοί και θεσμοί όπως η ‘Εταιρεία Ψυχοκοινωνικής Υγείας του Παιδιού και του Εφήβου’, το ‘Παρατηρητήριο για την Πρόληψη της Σχολικής Βίας και του Εκφοβισμού’, το ‘Ευρωπαϊκό Δίκτυο κατά του Σχολικού Εκφοβισμού’, αρθρογράφοι στα ΜΜΕ, εκπαιδευτικοί, ψυχολόγοι, γονείς, μαθητές που ωθούνται σε δράσεις και τη δημιουργία βίντεο «ευαισθητοποίησης», τείνουν να αναπαράγουν ένα διάχυτο ηθικό πανικό και κινδυνολογία για τη ψυχική υγεία των παιδιών ή των νέων, κάνοντας λόγο για την εξάπλωση της «κοινωνικής μάστιγας» του bullying και της έξαρσης της βίας στα σχολεία. Ωστόσο, αντί να περιορίζεται στο χώρο της εκπαίδευσης, ο –ψυχολογικής προέλευσης– λόγος του bullying έχει ευρύτερες κοινωνικές επιπτώσεις, καθώς χρησιμοποιείται σταδιακά για τη νοηματοδότηση περιστατικών τα οποία μέχρι στιγμής γίνονταν αντιληπτά ως νεανική «παραβατικότητα» ή «βία» και βρίσκονταν σχεδόν αποκλειστικά στη σφαίρα δικαιοδοσίας του Νόμου (αστυνομία-δικαστήρια-εγκληματολογία). Ποιες συνθήκες οδήγησαν στο ξεδίπλωμα του λόγου περί (αντι)bullying και ποιες είναι οι αλλαγές που επιφέρει;




Η θεραπευτικοποίηση και η πολιτισμική αφήγηση του ‘ψυχολογικά τραυματισμένου θύματος’


Προκειμένου να αντιληφθούμε την ανάδυση του λόγου περί bullying, χρειάζεται να εξετάσουμε πολύ πρόχειρα κάποιες από τις ιστορικές καταβολές του. Από τις αρχές της δεκαετίας του ‘70 και μετά, μια σειρά κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών οδήγησαν σε μια πρωτοφανή διάδοση της ψυχολογικής-θεραπευτικής γλώσσας ως μοντέλου αντίληψης του εαυτού στις ύστερες καπιταλιστικές κοινωνίες. Η Illouz (2008) υποστηρίζει ότι η αυξανόμενη διάδοση του θεραπευτικού λόγου και η αύξηση της παθολογικοποίησης συνδέεται με την αγορά (π.χ. τα οικονομικά και επαγγελματικά συμφέροντα ψυχολόγων, ψυχιάτρων, επαγγελματιών ψυχικής υγείας, φαρμακοβιομηχανιών), με την ανάγκη του κράτους για νομιμοποίηση και κοινωνικό έλεγχο, αλλά και με διάφορα πολιτικά υποκείμενα που έθεσαν νέες διεκδικήσεις από το κράτος, χρησιμοποιώντας βασικές πολιτισμικές ιδέες της θεραπευτικής γλώσσας για να προωθήσουν τους αγώνες τους.

Κομβικής σημασίας για τη θεραπευτικοποίηση ήταν η ιδέα πως «όλοι οι πολίτες είχαν ίσα δικαιώματα σε μία υγιή ψυχή» (Illouz, 2008), η οποία χρησιμοποιήθηκε για να αναγνωριστεί η ψυχική οδύνη διαφόρων «ψυχολογικά τραυματισμένων» ανθρώπων (βετεράνων του Βιετνάμ, ψυχικά και σωματικά κακοποιημένων παιδιών και γυναικών) και να διεκδικηθεί πολιτισμική αναγνώριση, ψυχολογική και οικονομική αποζημίωση για εκείνους, καθώς και να γίνουν αλλαγές στις σχέσεις εξουσίας και στη νομοθεσία. Όπως δείχνουν η Illouz (2008) και ο McLaughlin (2012), η ψυχολογική γλώσσα εκτόπισε τους προγενέστερους, περισσότερο «συλλογικούς» τρόπους νοηματοδότησης ορισμένων κοινωνικών προβλημάτων και εμπότισε τη γλώσσα με την οποία εκφράζονταν οι πολιτικοί αγώνες. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι άρχισαν να βλέπουν τον εαυτό τους με μια γλώσσα ψυχολογικά τραυματισμένου «θύματος» ή «επιζώντα». Οι παραπάνω αντιλήψεις έγιναν μέρος μιας θεραπευτικής πολιτισμικής αφήγησης για τον εαυτό, η οποία επεκτάθηκε και σε άλλα πεδία (από παιδιά που έπεφταν θύματα εκφοβισμού στο σχολείο, εργαζόμενους που ήταν θύματα εκφοβισμού στο χώρο εργασίας και αντιλαμβάνονταν την εργασιακή εκμετάλλευση και επισφάλεια ως εξατομικευμένο άγχος, κατάθλιψη ή εργασιακή εξουθένωση που όφειλαν να διαχειριστούν, θύματα πολέμου που είχαν «ψυχικά τραύματα», μέχρι και στοιβαγμένους μετανάστες στα διάφορα κολαστήρια συγκέντρωσης ή ανέργους που χρειάζονταν πρωτίστως «ψυχολογική» βοήθεια).

Ενώ η θεραπευτικοποίηση έμοιαζε αρχικά να διαθέτει πολιτικά προοδευτικές διαστάσεις και υποσχόταν να αναδείξει και να αμφισβητήσει τις δομικές σχέσεις εξουσίας και εκμετάλλευσης (μέσα στην πατριαρχική οικογένεια, στο σχολείο, στην επιχείρηση, στον παραλογισμό του πολέμου, στη μεταναστευτική πολιτική, τη δομική ανεργία), ουσιαστικά μετατόπισε την κριτική από το πολιτικό στο ψυχολογικό πεδίο και γύρισε μπούμερανγκ, καθώς υιοθετήθηκε από και ενσωματώθηκε στις ίδιες εξουσιαστικές πρακτικές και θεσμούς που στόχευε να ανατρέψει. Αντί να αντιταχθεί στο θεσμοθετημένο σεξισμό και στην καταπίεση απέναντι σε ΛΟΑΤ ανθρώπους, στον άνισο καταμερισμό της εργασίας, στην εργασιακή αλλοτρίωση, επισφάλεια και εκμετάλλευση, στα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα που συνδέονταν με τους πολέμους, στη ρατσιστική μεταναστευτική πολιτική, στο επίκεντρο της έθεσε τον «ψυχολογικά τραυματισμένο» άνθρωπο-θύμα. Η θεραπευτική γλώσσα αφομοιώθηκε και προωθήθηκε με τόση επιτυχία από μια σειρά θεσμών, καθώς έμοιαζε να αμφισβητεί τις σχέσεις εξουσίας και να δίνει απαντήσεις σε κοινωνικο-πολιτικά ζητήματα, την ίδια στιγμή που τα έσπρωχνε κάτω απ’ το χαλί, μετατρέποντάς τα σε ατομικά ψυχολογικά ή συναισθηματικά προβλήματα που απαιτούσαν την αντίστοιχη υποστήριξη και παρέμβαση. Η ψυχολογική γλώσσα, απέχοντας πολύ από το να αμφισβητήσει τη δομική εκμετάλλευση, τις κοινωνικές ανισότητες και την ωμή βία της εξουσίας, έγινε απλώς το ήπιο θεραπευτικό δεκανίκι της, που παρουσίαζε εκείνους επί των οποίων ασκούταν ως ευάλωτους ή ελλειμματικούς ψυχισμούς, ως ψυχολογικά τραυματισμένα θύματα που χρειάζονταν «ψυχολογική βοήθεια». Ζητούμενο έγινε έτσι η (αυτο)θεραπεία του ψυχολογικά τραυματισμένου/ευάλωτου ατόμου ή η προστασία του μέσω της δημιουργίας αποστειρωμένων και ελεγχόμενων ζωνών ομιλίας, συμπεριφορών και σχέσεων, που δεν θα έθεταν σε κίνδυνο την εύθραυστη και ευάλωτη ύπαρξή του. 


Αυτή η θεραπευτική/ψυχολογική γλώσσα (και εξουσία) βρίσκει σύμφωνους ανθρώπους όλων των πολιτικών αποχρώσεων, από τα δεξιά μέχρι και τα αριστερά, τόσο δασκάλους όσο και γονείς, τόσο εργοδότες, εργαζόμενους και συνδικάτα, κυρίως λόγω της υπόσχεσής της πως θα προσφέρει διεξόδους σε σημαντικά κοινωνικοπολιτικά, εργασιακά και οικογενειακά ζητήματα. Η ομοφωνία αυτή οφείλεται, επίσης, στο ότι πολλοί/ές θεωρούν λανθασμένα την ψυχολογική/συναισθηματική σφαίρα και την «επιστημονική» της διαχείριση ως κάτι ανεξάρτητο και αυτόνομο από το πολιτικό και το κοινωνικό, και κάτι το ιδεολογικά ουδέτερο.



Η γλώσσα του bullying

Ο λόγος περί bullying που αναπτύχθηκε κατά τη δεκαετία του ’90 και άρχισε να εμφανίζεται στο ελληνικό συγκείμενο κυρίως τα τελευταία χρόνια ως ένα εισαγόμενο σώμα ψυχολογικής θεωρίας και ευρύτερης θεσμικής πρακτικής, είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τις παραπάνω τάσεις και μετασχηματισμούς. Ο συγκεκριμένος λόγος επικινδυνότητας προβληματοποιεί ένα μεγάλο εύρος συμπεριφορών, υπάγοντάς τες υπό την αυθεντία και την ειδημοσύνη της ψυχολογικής γνώσης. Επίσης, συνδέεται με διαδικασίες παθολογικοποίησης και ψυχολογικοποίησης της παιδικής/εφηβικής ηλικίας, που επιβάλλουν ένα γενικευμένο καθεστώς ελέγχου, επιτήρησης και κανονικοποίησης στο σχολικό πλαίσιο και ευρύτερα (βλ. Μπαϊρακτάρης, 2013· Παπαθανάσης, 2014).

Η ρευστότητα και η ασάφεια που χαρακτηρίζει τους ορισμούς του ‘bullying’ οδηγεί στο τσουβάλιασμα πολύ ανόμοιων φαινόμενων και συμπεριφορών κάτω από την ίδια ταμπέλα/κατηγορία, συσκοτίζοντας και καθιστώντας ασήμαντες τις ποιοτικά διαφορετικές προθέσεις, αιτίες και επιδιώξεις που χαρακτηρίζουν τις διάφορες μορφές συγκρούσεων, καβγάδων ή/και βίας. Αυτές ποικίλουν ανάλογα με το πλαίσιο, τις συλλογικές και προσωπικές ιστορίες και σχέσεις εξουσίας που διαπερνούν τους εκάστοτε δρώντες και την κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, και άρα χρειάζονται διαφορετικές –και κυρίως μη ψυχολογικές και ψυχοπαθολογικές– εξηγήσεις (π.χ. μικροπρακτικές γελοιοποίησης, πειραγμάτων ή προσβολής που αποτελούν μορφές αντίστασης σε σχέσεις καταπίεσης ή/και υπονόμευσης κυρίαρχων κανονιστικών προτύπων και ρόλων, έμφυλες και σεξουαλικοποιημένες μορφές επιθετικότητας και βίας, ένα πείραγμα για κάποιο χαρακτηριστικό όπως μεγάλη μύτη ή αυτιά, συγκρούσεις που πηγάζουν από τα προνόμια, το διαφορετικό γούστο και πολιτισμικούς αξιακούς κώδικες που συνδέονται με την ταξικότητα και τη φυλετικότητα, συγκρούσεις που απορρέουν από την ανταγωνιστική και ταξικά οργανωμένη εκπαιδευτική κουλτούρα που δημιουργεί ‘νικητές’ και ‘αποτυχημένους’, μορφές εξευτελισμού και ταπείνωσης που συνδέονται με κοινωνικές πρακτικές σεξισμού, καταπίεσης ΛΟΑΤ ανθρώπων ή ατόμων με αναπηρία).

Η αδυναμία του λόγου του bullying να διακρίνει τη διαφορετικότητα των παραπάνω περιπτώσεων και τη μη ψυχολογική τους φύση, δεν οδηγεί απλώς σε ένα τσουβάλιασμα, αλλά στη μετατροπή ορισμένων μορφών δομικής καταπίεσης (και των βαθύτερων κοινωνικών, ιστορικών και πολιτικών τους αιτιών) σε τίποτα περισσότερο από ένα υποκειμενικό βίωμα ψυχικής δυσφορίας, που γίνεται αντιληπτό αποκλειστικά σε μια εξατομικευμένη, ψυχολογική/συναισθηματική βάση ή/και ιατρικοποιείται ως συμπτώματα άγχους ή κατάθλιψης του ‘θύματος’. Εξίσου προβληματική είναι η αναγωγή των σχέσεων εξουσίας σε μια απολιτίκ και εξατομικευμένη «μη ανοχή στη διαφορετικότητα».

Συνέπεια της παραπάνω ψυχολογικής θεώρησης είναι η αφελής ιδέα πως οι δομικές σχέσεις καταπίεσης ή/και τα φαινόμενα βίας θα εξαλειφτούν μέσα από δράσεις «ευαισθητοποίησης» για το bullying που θα διδάξουν τα παιδιά και τους εφήβους να «σέβονται το διαφορετικό», να «είναι φίλοι» ή να σκέφτονται και να μιλούν σαν μικροί ψυχολόγοι· ψυχικά τραυματισμένα –ωστόσο ηρωικά– ‘θύματα/επιζώντες’[2] ή μετανοημένοι και γεμάτοι ενσυναίσθηση ‘θύτες’. Αντλώντας από την πολιτισμική αφήγηση του ψυχικά τραυματισμένου/ευάλωτου ατόμου, το ερμηνευτικό πλαίσιο του bullying οδηγεί σε μια αναπόφευκτη θυματοποίηση και ευαλωτότητα εκείνους που κατασκευάζει ως ‘θύματα’, ενώ παθολογικοποιεί αυτούς/ές που κατηγοριοποιεί ως ‘θύτες’ με έμφυλους, φυλετικά και ταξικά συγκεκριμένους τρόπους. Από τη μία, δημιουργείται ένα εύθραυστο υποκείμενο και μια κατάσταση στην οποία κάθε τι που μπορεί να διαταράσσει αυτή την ευθραυστότητα, αποτελεί bullying. Από την άλλη, συμπεριφορές που μέχρι στιγμής γίνονταν αντιληπτές στον καθημερινό λόγο ως ένα ζήτημα ευγένειας ή πειράγματος, ψυχο(παθο)λογικοποιούνται (δεν είσαι πλέον ‘άξεστος’, ‘αγενής’ ή ‘πειραχτήρι’, αλλά ‘bully’).


Καθώς ο λόγος του bullying ανάγει κοινωνικοπολιτικές διαδικασίες σε ατομικές αλληλεπιδράσεις –που παρουσιάζονται ως σχέσεις μεταξύ προκατασκευασμένων ταυτοτήτων ‘θύτη’ και ‘θύματος’ και «εξηγούνται» με βάση κάποια υποτιθέμενα ψυχολογικά χαρακτηριστικά τους (π.χ. χαμηλή ή υψηλή αυτοεκτίμηση, εσωστρέφεια ή εξωστρέφεια, έλλειψη ενσυναίσθησης, συναισθηματική ανωριμότητα, ανασφάλειες, αυταρχική ή αντικοινωνική προσωπικότητα, επιθετικότητα κοκ) ή την οικογενειακή ανατροφή τους– καθιστά αόρατες τις σχέσεις εξουσίας και τις ευρύτερες θεσμοθετημένες πρακτικές που διαπερνούν αυτές τις διαδικασίες. Έτσι, καταλήγει να συμβάλλει στην παγίωση και ενίσχυση των σχέσεων εξουσίας και δομικής καταπίεσης που μοιάζει να αμφισβητεί και να υπονομεύει.[3]

Ας δούμε μερικά παραδείγματα. Η είδηση πως ο Sergei Casper, ένας μαθητής στη Ρωσία, βρήκε φριχτό θάνατο κατά τον βασανισμό από τους συμμαθητές του, περιγράφτηκε ως περιστατικό bullying. Αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο όχι μόνο καθιστά ανεξήγητα και ασήμαντα τα αίτια του συγκεκριμένου περιστατικού[4], αλλά αποπολιτικοποιεί και συγκαλύπτει άμεσα την κοινωνικοπολιτική και πολιτισμική τους διάσταση. Η παραπάνω επίθεση φαντάζει ακατανόητη αν δεν ληφθεί υπόψη το πατριαρχικό και θεσμικά καταπιεστικό για τα ΛΟΑΤ άτομα πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί στη Ρωσία κατά τα τελευταία χρόνια. Ενδεικτικά αυτού του πλαισίου είναι όχι μόνο οι αντι-γκέι νόμοι του Πούτιν, αλλά και μια σειρά επιθέσεων, περιστατικών βασανισμού, βιασμού και δολοφονιών ομοφυλόφιλων, που ανέχεται –αν δεν στηρίζει ενεργά– σημαντικό μέρος της ρώσικης κοινωνίας.

Έτσι, το περιστατικό αυτό δεν αποτελεί κάποια απρόσμενη παθολογική περίπτωση ‘bullying’ που οφείλεται στην «ψυχολογία» των ‘θυτών’ ή του ‘θύματος’, αλλά ένα «φυσιολογικό» τελετουργικό επιβολής της ηγεμονικής αρρενωπότητας σε εκείνες που θεωρούνται υποδεέστερες εντός ενός έντονα πατριαρχικού και ομοφοβικού πλαισίου (βασική αιτία ήταν η αγάπη του για τις τέχνες και η επιθυμία του να δίνει παραστάσεις). Η ανεξήγητη «αδιαφορία» της καθηγήτριας που βρισκόταν μπροστά στο περιστατικό, δείχνει αν όχι τη συμμόρφωσή της με το συγκεκριμένο φαλλοκρατικό πλαίσιο, τότε τουλάχιστον την ανοχή της απέναντι σε αυτό. Αντίστοιχα, στην πρόσφατη υπόθεση του Βαγγέλη Γιακουμάκη που πήρε πρωτοφανή δημοσιότητα, τα αίτια δεν πρέπει να αποδίδονται σε κάποια υποτιθέμενη ψυχοπαθολογία των ‘θυτών’ ή στα ψυχολογικά χαρακτηριστικά του ‘θύματος’, αλλά στη θεσμοθετημένη επιβολή μιας ορισμένης μάτσο αρρενωπότητας, με τους διάφορους εξευτελισμούς και καψώνια να συνοδεύονται από την παρότρυνση των κρητικών συγκατοίκων του: «να δείχνεις και να φέρεσαι σαν Κρητικός. Να είσαι σκληρός άνδρας, όπως όλοι οι συντοπίτες σου».

Στις παραπάνω περιπτώσεις (όπως και σε πολύ διαφορετικές περιπτώσεις) ο λόγος του bullying μας επιτρέπει να νοηματοδοτήσουμε διάφορα φαινόμενα και να μιλήσουμε γι' αυτά, εγκλωβίζοντας όμως τη σκέψη μας σε ένα επιφανειακό επίπεδο ψυχολογίας, ψυχοπαθολογίας ή προβληματικής οικογενειακής ανατροφής, με αποτέλεσμα να παραβλέπουμε τις βαθύτερες κοινωνικοπολιτικές και πολιτισμικές τους διαστάσεις καθώς και τις σχέσεις εξουσίας που διαπλέκονται με αυτά.    




Βιβλιογραφία


Brunila, K. (2012a). From Risk to Resilience: The therapeutic ethos in youth education. Education Inquiry, 3(3): 451-464.

Brunila, K. (2012b). A diminished self: Entrepreneurial and therapeutic ethos working with the same aim. European Educational Research Journal, 11(4): 477-486.

Coppock, V. (2011). Liberating the Mind or Governing the Soul? Psychotherapeutic Education, Children’s Rights and the Disciplinary State. Education Inquiry, 2(3): 385-399.

Illouz, E. (2008). Saving the modern soul. Berkeley: University of California Press.

Ecclestone, K., Hayes, D. (2008). The Dangerous Rise of Therapeutic Education. London: Routledge.

McLaughlin, K. (2012). Surviving identity. Vulnerability and the psychology of recognition. London & New York: Routledge.

Μπαϊρακτάρης, Κ. (2013). Ο εκφοβισμός στα σχολεία και η βία της φτώχειας. Εφημερίδα των Συντακτών, 1 Σεπτεμβρίου http://archive.efsyn.gr/?p=102200

Παπαθανάσης, Λ. (2014). Η κατασκευή της «ενδοσχολικής βίας». Ανακτήθηκε από https://lefterisp.wordpress.com/2014/12/11/v/ 

Ringrose, J., Renold, Ε. (2010). Normative cruelties and gender deviants: The performative effects of bully discourses for girls and boys in school. British Educational Research Journal, 36(4): 573-96.



Η δεύτερη και η τρίτη φωτογραφία είναι των Vianh Kiet και Steve Schlackman, αντίστοιχα.


[1] Για κριτικές αυτού που έχει ονομαστεί ‘θεραπευτικό έθος’ στην εκπαίδευση ή ‘θεραπευτική εκπαίδευση’, βλ. Ecclestone & Hayes (2008), Brunila (2012a), Coppock (2011). Για τη σχέση του θεραπευτικού έθους με ένα νεοφιλελεύθερο επιχειρηματικό έθος, βλ. Brunila (2012b).  
[2] Χαρακτηριστική είναι εδώ η δήθεν χειραφετητική παρακίνηση «μίλα, μη φοβάσαι».
[3] Όπως δείχνουν οι Ringrose & Renold (2010), ο λόγος του bullying και ο υπεραπλουστευτικός του δυισμός ‘θύτη/θύματος’ αντλούν από και διαιωνίζουν ιεραρχικές έμφυλες σχέσεις και πρότυπα, επιβάλλοντας κανονιστικά ιδανικά αρρενωπότητας και θηλυκότητας.
[4] Υπάρχει μια πολύ προβληματική κυκλικότητα και ταυτολογία στον λόγο του bullying, σύμφωνα με την οποία το ‘bullying’ παρουσιάζεται τόσο ως η αιτία/«εξήγηση» όσο και το όνομα του υπό περιγραφή φαινομένου.