28.7.15

Σαν Βιβλιοπαρουσίαση: "Buyng Chul-Han, Ψυχοπολιτική: Νεοφιλελευθερισμός και νέες τεχνικές εξουσίας”


Ανδρέας Βατσινάς
  



Στο τελευταίο βιβλίο του με τίτλο «Psychopolitik: Neoliberalismus und die neuen Machttechniken»[1] (Ψυχοπολιτική: Νεοφιλελευθερισμός και νέες τεχνικές εξουσίας) ο Buyng Chul-Han –Κορεάτης φιλόσοφος ο οποίος είναι καθηγητής στο Βερολίνο και γράφει στη γερμανική γλώσσα– προσφέρει μια διαγνωστική της σύγχρονης νεοφιλελεύθερης κοινωνίας, αναλύοντας τους μηχανισμούς εξουσίας που λειτουργούν σε αυτή.

Το βιβλίο είναι μόλις 70 σελίδες, πυκνογραμμένο, με κοφτές, σύντομες προτάσεις, ενώ περιλαμβάνει πολύ ετερογενείς θεματικές (από τα ‘Big Data’, την (αυτο)επιτήρηση και το ‘ψηφιακό πανοπτικό’ στα social media, μέχρι τον ‘ποσοτικοποιημένο εαυτό’, τα συναισθήματα ως πρώτες ύλες της άυλης παραγωγής κλπ.). Η παρουσίαση αυτή θα είναι πολύ επιλεκτική, εστιάζοντας κυρίως στις δυνατότητες που μας προσφέρει το βιβλίο για: 1. μια ανάλυση των νεοφιλελεύθερων τεχνικών εξουσίας 2. μια κριτική ορισμένων ψυχοτεχνικών που συμβάλλουν στην παραγωγή των ψυχισμών που χρειάζεται ο σύγχρονος καπιταλισμός και 3. μια εναλλακτική θεώρηση και πιθανή πολιτικοποίηση κάποιων ψυχισμιακών προβλημάτων.



Νεοφιλελεύθερη ψυχοπολιτική

Ο συγγραφέας εντοπίζει τη μετάβαση από μια πειθαρχική-βιοπολιτική τεχνική εξουσίας που βασίζεται στον καταναγκασμό, στην υπακοή και στην επιβολή, λειτουργώντας μέσω απαγορεύσεων, λογοκρισίας ή μιας βίας που ασκείται ενάντια στη θέληση εκείνων που καθυποτάσσονται, σε μια –χαρακτηριστικά νεοφιλελεύθερη– ψυχοπολιτική τεχνική εξουσίας η οποία ενεργοποιεί, κινητοποιεί, βελτιστοποιεί, συνδέεται με ‘projects’ και ‘πρωτοβουλίες’, και δεν επιβάλλει την υπακοή. Προσελκύει και καλοπιάνει αντί να απαγορεύει, είναι περισσότερο καταφατική παρά αρνητική, περισσότερο θελκτική παρά καταπιεστική. Σε αντίθεση με το πανοπτικό του Bentham το οποίο δεν είχε πρόσβαση στην ‘εσωτερικότητα’ –στον ψυχισμό και στις μύχιες σκέψεις και επιθυμίες των επιτηρούμενων–  σε αυτό που ο Han ονομάζει ‘ψηφιακό πανοπτικό’ η ψυχοπολιτική μας παροτρύνει να ποστάρουμε σέλφι και να αφηγούμαστε τη ζωή μας, να κάνουμε ‘like’, να «μοιραζόμαστε» (sharing) στιγμές, σκέψεις και αναμνήσεις, να «επικοινωνούμε» τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας, αφουγκράζεται τα γούστα μας, τις αγαπημένες μας ταινίες, μαγαζιά, μπαράκια και προϊόντα. Η νεοφιλελεύθερη ψυχοπολιτική δεν ασκείται ενάντια στη θέληση και την ελευθερία των ανθρώπων, αλλά μέσω αυτών· μέσω της χρησιμοποίησης και της εργαλειοποίησής τους από το κεφάλαιο. Η μετατόπιση από την πειθαρχική στην ψυχοπολιτική εξουσία αντιστοιχεί στη μετάβαση από μια ξένη εκμετάλλευση, μια «εξωτερική» καταπίεση/καταναγκασμό σε μια «εσωτερική» αυτοεκμετάλλευση, μια κινητοποίηση/αυτοκαταναγκασμό που βιώνεται ως «ελευθερία».[2] Με άλλα λόγια, οδηγούμαστε σε μια «παράδοξη ελευθερία», που ενώ βιώνεται ως τέτοια, αποτελεί ένα μέσο καθυπόταξης και συνδέεται με αυτοκαταναγκασμούς. Σύμφωνα με τον Han, το υποκείμενο που παράγει αυτή η εξουσία δεν είναι τόσο ένα «υποταγμένο/πειθαρχημένο» υποκείμενο, όσο ένα «παρακινημένο» υποκείμενο της επίδοσης/βελτιστοποίησης που δεν έχει συνείδηση της εκμετάλλευσής του. Θεωρεί ότι είναι ελεύθερο, ενώ στην πραγματικότητα το σύστημα εκμεταλλεύεται την ελευθερία του και το ίδιο το υποκείμενο εκμεταλλεύεται τον εαυτό του (κάτι που είναι εμφανές π.χ. στον εθελοντισμό, στην τάση για άμισθη πρακτική και «μαθητεία», σε διάφορες μορφές ‘άυλης’ και ‘ψηφιακής’ εργασίας).

Φυσικά, η θεματική της αυτοεκμετάλλευσης που αναδεικνύει ο Han, εντοπίζεται τουλάχιστον από την εποχή του de La Boétie (2012 [1548]) –η έννοια της ‘εθελοδουλείας’– όπως και στην ιδέα του Spinoza ότι «οι άνθρωποι αγωνίζονται για την υποδούλωσή τους σαν να ήταν λύτρωση». Συνδέοντας την αυτοεκμετάλλευση με την μετατροπή του ατόμου σε ‘επιχειρηματία του εαυτού του’ (βλ. Foucault, 2012), ο Han ισχυρίζεται ότι η αντίθεση εργάτη-εργοδότη, εργασίας-κεφαλαίου και η διαλεκτική κυρίου-δούλου είναι πλέον ξεπερασμένες ως αναλυτικά εργαλεία. Ο νεοφιλελευθερισμός

“μετατρέπει τον εργάτη σε επιχειρηματία. Ο νεοφιλελευθερισμός και όχι η κομμουνιστική επανάσταση, εξαλείφει την εργατική τάξη που υφίσταται την ξένη εκμετάλλευση. Σήμερα κάθε ένας είναι ένας εργαζόμενος που εκμεταλλεύεται τον εαυτό του στη δική του επιχείρηση. Κάθε ένας είναι κύριος και δούλος ενός ατόμου. Επιπλέον, η πάλη των τάξεων μετατρέπεται σε μια εσωτερική πάλη κάποιου με τον εαυτό του (σ. 9). […] Το νεοφιλελεύθερο καθεστώς μετατρέπει την ξένη εκμετάλλευση σε αυτοεκμετάλλευση που επηρεάζει όλες τις «τάξεις». Η αυτοεκμετάλλευση χωρίς τάξεις είναι απολύτως ξένη στον Marx. Αυτό καθιστά αδύνατη την κοινωνική επανάσταση, η οποία στηρίζεται στη διάκριση μεταξύ εκμεταλλευτών και εκμεταλλευόμενων. Εξαιτίας της απομόνωσης του υποκειμένου της επίδοσης –εκμεταλλευτή του εαυτού του– δεν συγκροτείται κανένα πολιτικό εμείς, ικανό για μια κοινή δράση (σ. 10).”

Σύμφωνα με τον Han, αυτή η διαταξική ‘αυτοεκμετάλλευση’ ωθεί το κάθε άτομο να γίνει ‘κύριος και δούλος του εαυτού του’. Η ταξική σύγκρουση εσωτερικεύεται-ψυχολογιοποιείται ως ατομική σύγκρουση/πρόβλημα, οδηγώντας στην αδυναμία συλλογικής πολιτικής δράσης. Καθώς η νεοφιλελεύθερη κοινωνία εξαλείφει το ‘κοινωνικό’ κι εξατομικεύει την ευθύνη για την επιτυχία και την αποτυχία, η κοινωνική αποτυχία καταλήγει να θεωρείται ως παθολογία· αποδίδεται σε και βιώνεται ως προσωπική-ψυχική ανεπάρκεια, αντί να ωθήσει τους ανθρώπους να αγωνιστούν ενάντια σε ένα εκμεταλλευτικό σύστημα.

Σε ένα άρθρο του, ο Cuéllar (2014) κατηγορεί τον Han ότι μας προσφέρει μια εκδοχή κακής ψυχολογίας και ότι το έργο του είναι «χυδαία ψυχολογικό, ψυχολογιοποιητικό και ψυχοπαθολογιοποιητικό». Το πρόβλημα που εντοπίζει ο Cuéllar είναι ότι η ιδεαλιστική ανάλυση του Han (και κατ’ επέκταση, η κριτική της ψυχολογιοποίησης ως αποπολιτικοποίησης) διατρέχει τον κίνδυνο να ψυχολογιοποιηθεί και η ίδια, εξηγώντας τη διαιώνιση της κυριαρχίας, την απουσία ριζοσπαστικοποίησης ή μιας επαναστατικής διαδικασίας με βάση ψυχολογικούς όρους και μηχανισμούς. Ακόμα χειρότερα, η ανάλυση για το αυτοεκμεταλλευόμενο υποκείμενο όχι μόνο εξαλείφει την ‘ταξικότητα’ ως κατηγορία ανάλυσης και την ύπαρξη δομικών ανισοτήτων, αλλά προσφέρει την καλύτερη δικαιολόγηση της εκμετάλλευσης.

Το επιχείρημα του Cuéllar είναι και σωστό και λάθος. Είναι σωστό όταν ασκεί κριτική στη θέση του Han ότι «οι επαναστάσεις δεν είναι πλέον εφικτές» στη βάση του ότι οι νέες μορφές σχέσεων και εξουσίας βασίζονται στην εξατομίκευση και στην αυτοεκμετάλλευση. Το ότι η εξατομίκευση-ψυχολογιοποίηση της δομικής καταπίεσης και η αυτοεκμετάλλευση συνδέονται με αποπολιτικοποίηση είναι εμφανές, ωστόσο αυτές δεν επαρκούν από μόνες τους ως συνολική εξήγηση για κάποια υποτιθέμενη ριζοσπαστικοποίηση ή την απουσία της. Επίσης, αν δεχτούμε την παραπάνω ανάλυση, χρειάζεται μια ιστορικοποίηση των κοινωνικών διεργασιών και τάσεων, των αγώνων και των αντιμαχόμενων δυνάμεων που οδήγησαν στις παραπάνω κατευθύνσεις και στην εμφάνιση της ψυχοπολιτικής (κάτι που ο Han παραλείπει).

Όταν ο Han υποστηρίζει ότι «το νεοφιλελεύθερο καθεστώς μετασχηματίζει την ξένη εκμετάλλευση σε αυτοεκμετάλλευση που επηρεάζει όλες τις τάξεις» και ότι κάτι τέτοιο «καθιστά αδύνατη την κοινωνική επανάσταση, που βασίζεται στη διάκριση μεταξύ εκμεταλλευτών και εκμεταλλευόμενων», δεν έχει απολύτως άδικο. Σίγουρα παρακάμπτει το ότι εξακολουθούμε να ζούμε σε ταξικά οργανωμένες κοινωνίες, στις οποίες υπάρχει ακόμα «ξένη» εκμετάλλευση και αγώνες ενάντια σε αυτή. Από την άλλη όμως, σε αυτές τις κοινωνίες η (αυτο)εκμετάλλευση και η εξατομίκευση-ψυχολογιοποίηση της εκμετάλλευσης που περιγράφει ο Han, αποκτούν μια κεντρική ιδεολογική λειτουργία στη δικαιολόγηση και τη διαιώνιση της κυριαρχίας. Η μία διάσταση δεν αποκλείει την άλλη.



Bodyn Soul: Από την Πειθαρχία/Βιοπολιτική στην Ψυχοπολιτική

Επιχειρώντας μια κριτική επέκταση και αναθεώρηση των αναλύσεων του Foucault (2011· 2012) και του Deleuze (2001), o Han παρατηρεί ότι το πειθαρχικό καθεστώς είναι οργανωμένο γύρω από περιβάλλοντα εγκλεισμού (φυλακές, σχολεία, εργοστάσια, νοσοκομεία), έχοντας ως βασικό του στοιχείο οργάνωσης και παρέμβασης το ‘σώμα’. Όπως υποστηρίζει –και σε αντίθεση με διάφορους θεωρητικούς– η μορφή εξουσίας που ο Foucault ανέλυσε ως ‘βιοπολιτική του πληθυσμού’ αντιστοιχεί στην κοινωνία της πειθαρχίας και είναι ανεπαρκής για το νεοφιλελεύθερο καθεστώς που βασίζεται στην εκμετάλλευση της ψυχής· η νεοφιλελεύθερη εξουσία δεν ασχολείται κυρίως με το βιολογικό, το σωματικό, οργανώνεται ως «ψυχή», «ανακαλύπτει την ψυχή ως παραγωγική δύναμη» (σ. 23).[3] Σύμφωνα με την κριτική του Han, ο Foucault εστίασε την αναλυτική της εξουσίας του στους μηχανισμούς πειθάρχησης και διάπλασης του σώματος, παραβλέποντας τη ‘διαχείριση/διοίκηση του ψυχισμού’ και τη γέννηση της ψυχοπολιτικής.[4]

Αυτή η ‘στροφή στη ψυχή’ (σ. 23), η θεώρηση της ψυχής ως παραγωγικής δύναμης, συγκλίνει με τις αναλύσεις διαφόρων θεωρητικών για τη μετατόπιση του κέντρου βάρους από ένα καθεστώς ‘φορντισμού/Τεϋλορισμού’ (βιομηχανική μαζική παραγωγή) σε ένα καθεστώς ‘μεταφορντισμού/Τογιοτισμού’ (‘άυλη’, ‘συναισθηματική’ ή ‘επικοινωνιακή’ ευέλικτη παραγωγή), στο οποίο έχει κομβική σημασία η χρήση ολόκληρης της ύπαρξης του ατόμου και η επικοινωνία που συνδέονται με την παραγωκατανάλωση (prosumption) πολιτισμικών, γλωσσικών και συναισθηματικών κωδίκων, όπως και υποκειμενικοτήτων. Αν, δηλαδή, η πειθαρχική εξουσία και στον 20ο αιώνα ο Τεϋλορισμός και το ‘επιστημονικό μάνατζμεντ’ είχαν ως στόχο το ρεγουλάρισμα της σχέσης μεταξύ ανθρώπινου σώματος-μηχανής, την παραγωγή ενός πειθήνιου και μέγιστα αποδοτικού σώματος (που θα έκανε τις απαραίτητες κινήσεις στο εργοστάσιο στον πιο γρήγορο χρόνο), τότε η νεοφιλελεύθερη ψυχοπολιτική που παρουσιάζει ο Han συνδέει τις ανάγκες της σύγχρονης (άυλης/επικοινωνιακής/συναισθηματικής) παραγωγής με τη διαμόρφωση των κατάλληλα παραγωγικών και υπερ-αποδοτικών ψυχισμών. Όπως υποστηρίζει, «η νεοφιλελεύθερη ψυχοπολιτική είναι η τεχνική της κυριαρχίας που σταθεροποιεί και αναπαράγει το κυρίαρχο σύστημα μέσω ενός ψυχολογικού προγραμματισμού και ελέγχου» (σ. 61). Αν η πειθαρχία και το ψυχιατρείο (Foucault) ήταν απαραίτητα ως προϋποθέσεις για τη σταδιακή μετάβαση από τη φεουδαρχία στον βιομηχανικό-φορντικό καπιταλισμό και μια ορισμένη μορφή ‘πρωταρχικής συσσώρευσης’ (Marx), διάφορες ψυχοτεχνικές επιτελούν σήμερα μια αντίστοιχη λειτουργία.



Ψυχολογικό και Εγκεφαλικό Ντοπάρισμα

Στο νεοφιλελεύθερο καθεστώς, η αύξηση της παραγωγικότητας δεν προϋποθέτει τόσο τη σωματική πειθάρχηση, όσο την ψυχική-πνευματική βελτιστοποίηση. Σε αντίθεση με τις χοντροκομμένες πειθαρχικές τεχνικές της ψυχιατρικής (εγκλεισμός, καθήλωση, ηλεκτροσόκ, «θεραπευτική» χορήγηση ψυχοφαρμάκων) και τις διάφορες «θεραπευτικές» μεθόδους της ψυχολογίας, διάφορες ψυχοτεχνικές που έχουν εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια –όπως η νευροβελτίωση (neuroenhancement) ή λαϊκότερα ‘εγκεφαλικό ντοπάρισμα’ (brain doping), ο νευρογλωσσικός προγραμματισμός (NLP), το coaching, οι πρακτικές θετικής ψυχολογίας– δεν έχουν ως στόχο την επιστροφή του ατόμου σε κάποια υποτιθέμενη κατάσταση «υγείας» ή «φυσιολογικότητας», από μια κατάσταση «ψυχικής ασθένειας» ή «μη φυσιολογικότητας». Αν η εξουσία της ψυχιατρικής, της ψυχανάλυσης και της ψυχολογίας ήταν θεμελιωμένη στο δίπολο ‘ασθένεια-υγεία’ (ως σχετικά στατικών καταστάσεων) και σε ένα μοντέλο «θεραπευτικής» εντροπίας (επιστροφή στην ‘κανονικότητα’/‘υγεία’/‘ομαλότητα’), αυτές οι τεχνικές ψυχικής βελτιστοποίησης προϋποθέτουν ένα συνεχές ‘υγείας/φυσιολογικότητας ως διαρκούς αυτοϋπέρβασης’.

Το «κινητοποιημένο» υποκείμενο που είναι ‘επιχειρηματίας του εαυτού’ του, ο ψυχισμός των απεριόριστων επιδόσεων και της αδιάκοπης προσωπικής αυτοβελτίωσης αντανακλά την ψυχοκοινωνική διαρρύθμιση συνολικά. Καθώς η ψυχισμιακή και η οικονομική παραγωγή γίνονται αλληλένδετες, η δίχως όριο ‘προσωπική ανάπτυξη’ αντιστοιχεί στη φαντασίωση μιας άπειρης, αιώνιας και ανεμπόδιστης ‘οικονομικής ανάπτυξης’. Οι στιγμές ‘κρίσης’ –η οικονομική ύφεση (economic depression) και συνθήκες όπως η ‘κατάθλιψη’ (depression) και το ψυχικό «κάψιμο» που περιγράφεται ως ‘burnout’– αντί για ‘τυχαίες παρεκκλίσεις’ ή ‘λάθη’, αποτελούν φυσική συνέπεια της «ομαλής» λειτουργίας του καπιταλισμού και των ψυχισμών που προϋποθέτει, αντίστοιχα. Ταυτόχρονα, όμως, αυτά τα ψυχισμιακά φαινόμενα –ως μπλοκαρίσματα του υπάρχοντος συστήματος και των μηχανισμών υποκειμενοποίησης του– διαθέτουν μια ριζοσπαστική δυναμική και μπορούν να μετατραπούν σε αρνήσεις κι αντιστάσεις ενάντια στην υποβάθμιση του ψυχισμού σε μια μηχανή (αυτο)εκμετάλλευσης και παραγωγής.
   


Βιβλιογραφία

Cuéllar-P, D. (2014). Psicologismo, idealismo y posmodernismo tardío en Byung-Chul Han. Ανακτήθηκε από, https://davidpavoncuellar.wordpress.com/2014/10/09/psicologismo-idealismo-y-posmodernismo-tardio-en-byung-chul-han/

Dardot, P., Laval, C. (2014). The New Way of the World: On Neoliberal Society. London: Verso.

de La Boétie, E. (2012). Πραγματεία περί εθελοδουλείας. 4η έκδοση. Θεσσαλονίκη: Πανοπτικόν.

Deleuze, G. (2001). Οι κοινωνίες του ελέγχου. Στο: Η κοινωνία του ελέγχου. Αθήνα: Ελευθεριακή κουλτούρα.

Foucault, M. (2011). Επιτήρηση και Τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής. Αθήνα: Πλέθρον.

Foucault, M. (2012). Η γέννηση της βιοπολιτικής. Παραδόσεις στο Kολλέγιο της Γαλλίας (1978-1979). Αθήνα: Πλέθρον.

Han, B-C. (2014). Psicopolítica: Neoliberalismo y nuevas técnicas de poder. Barcelona: Herder Editorial.




[1] Το βιβλίο δεν έχει μεταφραστεί στα αγγλικά ούτε στα ελληνικά. Το παρακάτω κείμενο βασίζεται στην ισπανική μετάφραση (Han, 2014).
                                                                                                    
[2] Η ανάλυση αυτή συνδέεται με μια ιστορική διαδικασία εσωτερίκευσης των κοινωνικών καταναγκασμών ως αυτοκαταναγκασμών (σύμφωνα με τον Norbert Elias), με την ανάδυση της ψυχολογικής ατομικότητας-εσωτερικότητας ως ενός πεδίου γνώσης/εξουσίας (κατά τον Foucault), με τη μετάβαση από τον λόγο του κυρίου στον λόγο του καπιταλιστή (Lacan), όπως και με αυτό που διάφοροι κοινωνιολόγοι έχουν αναλύσει ως ‘εξατομίκευση’.

[3] Σύμφωνα με τον συγγραφέα, το σώμα ως παραγωγική δύναμη δεν είναι τόσο βασικό στη σύγχρονη νεοφιλελεύθερη κοινωνία όσο ήταν στη βιοπολιτική/πειθαρχική κοινωνία, αλλά μετατρέπεται περισσότερο σε ένα αντικείμενο αισθητικής (sexness) και τεχνικο-υγιεινής βελτιστοποίησης (fitness). Εδώ, υπάρχει μια έμφυλη διάσταση που χρειάζεται να λάβουμε υπόψη.

[4] Αντίστοιχα, οι Dardot & Laval (2014) σχολιάζουν: «Ο Foucault προσέφερε μια χαρτογράφηση αυτής της διαδικασίας η οποία ήταν προβληματική. Αντίθετα με ότι υποστηρίζεται συνήθως, η γενική αρχή του μηχανισμού της αποδοτικότητας (apparatus of efficiency) δεν είναι τόσο μια ‘εκγύμναση σωμάτων’ όσο μια ‘διαχείριση/διοίκηση των νοών’ (management of minds)».

7.6.15

Η γαστροσεξουαλική συνθήκη


Μιχάλης Μεντίνης



Οι πορνογραφικές ταινίες των τελευταίων δεκαετιών, σε αντίθεση με το παρελθόν, έχουν μια ακατανόητη, εκ πρώτης όψεως, εμμονή με την ίδια κατακλείδα σκηνή: ο άνδρας εκσπερματώνει μέσα στο στόμα της γυναίκας, η οποία με πασαλειμμένα χείλια από το ‘πατρικό γάλα’, σαν «μωρό», μοιάζει να συμμετέχει σε ένα ιδιόμορφο τυπικό μετάβασης που επιβεβαιώνει συνεχώς την γαστρο-σεξουαλική συνθήκη της εποχής μας, τον αδιάρρηκτο και συμφυρματικό δηλαδή τρόπο με τον οποίο το φαγητό και το σεξ διαπλέκονται. Το σπέρμα αποτελεί πλέον την «ιερή «ουσία» αυτής της συνθήκης και γι’ αυτό τον λόγο δεν αποτελεί μόνο την κολλώδη λευκή αναπαραγωγική οπό, αλλά τίθεται ταυτόχρονα και ως «φαγητό».  Με παρόμοιο τρόπο με αυτόν που το ψωμί και το κρασί μετατρέπονται τελετουργικά στο σώμα και στο αίμα του Χριστού επιτρέποντας στον πιστό να μετέχει στη θεία χάρη, μεταλαμβάνοντας το σπέρμα η γυναίκα μετέχει στο νέο φιλελεύθερο συμβολικό και στις εμφύλες σχέσεις εξουσίας που το χαρακτηρίζουν, αφομοιώνοντας μέσω αυτού μια νέα ψυχοπολιτική αισθητική που επικοινωνείται συστηματικά με όρους διατροφικούς.

Τα υγρά του σώματος όπως γράφει η Elizabeth Grosz (στο Volatile Bodies: Towards a Corporeal Feminism) αποτελούν αποσπασμένα τμήματα του σώματος και ως τέτοια φέρουν κάτι από το υποκείμενο. Δεν θα προχωρήσω σε μια αναλυτική φαινομενολογία των σωματικών υγρών. Πηγαίνοντας όμως πέρα από την ανάλυση της Grosz, θα διαπιστώσω δύο πράγματα. Το πρώτο, πως το ανδρικό σπέρμα μεταφέρει όχι απλώς κάτι από το υποκείμενο, αλλά και κάτι από τη συμβολική γαστρο-σεξουαλική συνθήκη. Το δεύτερο, πως η ‘απέχθεια’ (βλ. Kristeva στο Powers of Horror) με την οποία συνήθως περιβάλλονται τα σωματικά υγρά του άλλου, ειδικά όσον αφορά τη βρώση τους, έχει πλέον σε μεγάλο βαθμό αντιστραφεί όσον αφορά το ανδρικό σπέρμα (όχι όμως και τα γυναικεία υγρά) κάτι που αντανακλάται και στην απόπειρα εκλογίκευσης που επιχειρείται με αναφορές σε τρέχουσες διατροφικές και αισθητικές συντεταγμένες –ότι δηλαδή περιέχει υψηλή συγκέντρωσή πρωτεΐνης, ότι ενυδατώνει το δέρμα κτλ. Μπροστά σε αυτή την συνθήκη,  η «ιδανική» γυναικά είναι αυτή που τα «πίνει όλα», συνήθως σε στάση γονατιστή. Υπάρχει όμως και μια φιγούρα, η οποία δεν αρκείται σε απλές δίαιτες. Αντίθετα, κλείνει το στόμα πεισματικά, αρνείται την τροφή, αποσεξουλικοποιεί το σώμα της, απο-ταυτοποιείται από τη γαστρο-σεξουαλική συνθήκη, γίνεται αυτό που ο Deleuze ονόμαζε ‘μειοψηφία’ για να μεταμορφωθεί. Δεν επιχειρώ να εξιδανικεύσω την ανορεξία, αλλά να εντοπίσω το σημείο μέχρι το οποίο αποτελεί μια πραγματική μεταμορφωτική φυγή τόσο για τις γυναίκες όσο και για τους άνδρες.

Το παρόν κείμενο έχει στόχο να ψηλαφίσει εν συντομία και πρόχειρα την περιοχή που ορίζουν οι συντεταγμένες ‘φαγητό’ και ‘σεξ’. Δεν πρόκειται για συνεκτικό κείμενο αλλά για μια πρώτη χαρτογράφηση πιθανών αφετηριακών σημείων για περαιτέρω ανάλυση και για το λόγο αυτό παράγει περισσότερα ερωτήματα πάρα απαντήσεις. Αλλά ας το πιάσουμε λίγο από την αρχή.


1

Όπως εξηγούν οι Deleuze και Guattari (στο Αντι-Οιδίποδας), μέσα σε μία μηχανική συναρμογή, αυτό που ουσιαστικά ρυθμίζει «την υποχρεωτική, απαραίτητη και επιτρεπόμενη επιμειξία των σωμάτων είναι κυρίως ένα διατροφικό και ένα σεξουαλικό καθεστώς» (1988, σελ. 90 στην αγγλική έκδοση).  Τα δύο αυτά καθεστώτα, που εκτός από τα σώματα αφορούν σε τελική ανάλυση και την αλληλόδραση των ψυχισμών, τις τελευταίες δεκαετίες ανατοποθετούνται ως προς την μεταξύ τους θέση μέσα στην νεοφιλελεύθερη συναρμογή. O ισχυρισμός του Foucault (στο η Χρήση των Ηδονών) πως το σεξ έχει καταλάβει την προνομιακή θέση που είχε στην αρχαιότητα η διατροφή ως το πεδίο των ηθικών περιορισμών, της επιστημονικής έρευνας και του ατομικοποιημένου αναστοχασμού, δεν ισχύει πλέον. Αντίθετα, βρισκόμαστε μπροστά σε μια συνθήκη όπου το διατροφικό έχει πλέον εξίσου ισχυρή θέση με το σεξουαλικό (αν όχι προνομιακή), με το ‘τι τρώμε’, το ‘πώς τρώμε’, ‘πόσο τρώμε’, με ‘ποιους τρώμε’ και ‘που τρώμε’ να αποτελούν εξίσου σημαντικές, (αν όχι βασικότερες) συντεταγμένες υποκειμενοποίησης και ηθικών επιταγών/περιορισμών με το πως και με ποιους κάνουμε σεξ (βλ. Probyn στο Carnal Appetites). Η επικαλυπτόμενη περιοχή ανάμεσα στο φαγητό και στο σεξ είναι πλέον τόσο ευρεία, πολύμορφη και αδιάσπαστη που θα μπορούσαμε να μιλάμε για ένα τρίτο, ξεχωριστό γαστροσεξουλικό καθεστώς, όπου το σεξ είναι φαγητό, και το φαγητό είναι σεξ.

Δεδομένου ότι μέσα στο σύγχρονο διατροφικό καθεστώς η φιγούρα του ‘σεφ’ είναι μια κυρίαρχη φιγούρα, θα μπορούσαμε να πούμε με λακανικούς όρους πως το ‘Όνομα του Πατρός’ –το οποίο επιβάλει έναν κυρίως σεξουαλικό περιορισμό και εισαγάγει το παιδί στην συμβολική τάξη διαρρηγνύοντας την εξάρτησή του από τη μητέρα– εμφανίζεται πλέον ως το ‘Όνομα-του-Σεφ’, ως μια λειτουργία του χορηγεί διατροφικές και σεξουλικές ελευθερίες αλλά επιβάλει και περιορισμούς μέσω των οποίων επιτελείται η μετάβαση, το πέρασμα από μία συνθήκη ‘μητρικής εξάρτησης’ στην «ενηλικίωση» και την «ανεξαρτησία» του νεοφιλελεύθερου συμβολικού κόσμου: από το κράτος πρόνοιας στην ατομική υπευθυνότητα (π.χ. υγεία/ασφάλιση), από τη «θηλυκή» και «ανώριμη» Ανατολή (βλ. Στέλιος Ράμφος) στη «ώριμη» καπιταλιστική Δύση (π.χ. Ελλάδα), από την αποικιοκρατία στον πολυεθνικό/πολυφυλετικό και επιχειρηματικό νεοφιλελευθερισμό (π.χ. Λατινική Αμερική) κτλ. κτλ.

Το όνομα-του-Σεφ αποτελεί κατά μία έννοια την άρνηση αυτού που στην ψυχανάλυση έχει χαρακτηριστεί μάλλον βιαστικά ως ‘διάκλειση του Ονόματος του πατρός’. Οι εμφανιζόμενες στον τύπο περιπτώσεις πλακουντοφαγίας, όπου ένας διάσημος σεφ ή κριτικός φαγητού αναλαμβάνει να μαγειρέψει και να φάει τον πλακούντα της γυναίκας του (http://goo.gl/4iiar6)   αναδεικνύουν μια σημαντική διάσταση της τελετουργικής (μαγειρικής) διαχείρισης αυτού του ‘οργάνου χωρίς σώμα’ σε σχέση με την εισαγωγή στο συμβολικό. Δεν πρόκειται για κάτι το εντελώς καινούριο. Οι Aymara της Βολιβίας και οι Quechua του Περού, όπως και πολλές άλλες προ-νεωτερικές κοινωνίες, θάβουν τελετουργικά τον πλακούντα επιστρέφοντας τον στην μεγάλη Σημειωτική Χώρα (όρος της Julia Kristeva) της pacha mama (‘μητέρας γης’). Αυτό που είναι διαφορετικό στην δική μας περίπτωση είναι πως η σύγχρονη τελετουργική πλακουντοφαγία συντελείται ως μια σαμανική μαγειρική, ανθρωποφαγική, τελετή επιτελούμενη από μια ανδρική φιγούρα, τον ‘σεφ’ (ή του ειδικού στο φαγητό). Ακόμη και όταν η πλακουντοφαγία ασκείται από γυναίκες, με τον πλακούντα να επιστρέφει και να ενσωματώνεται μέσα στο μητρικό σωματικό ρυθμό, αυτή η ενσωμάτωση διαμεσολαβείται  από την αρρενωπότητα της επιχειρηματικής μετατροπής του πλακούντα σε κάψουλες, κάτι που επίσης προϋποθέτει πως πρώτα έχει μαγειρευτεί, αφυδατωθεί και αποξηρανθεί.


2

Η μεταφορική του μαγειρεύειν και του φάγειν ξεπερνούν την απλή τους αναλογική περιγραφικότητα (κατάλοιπο μεν μιας άλλης τάξης, εν μέρει ανθρωποφαγικής) και αναπαριστούν με έναν πιο σπλαχνικό τρόπο την ίδια τη συγκρότηση και διάρθρωση του εαυτού.  Από το να «φας» το λαρύγγι κάποιου, να «ψήσεις» ή να «φας» μια γυναίκα ή να «μαγειρέψεις» ένα αποτέλεσμα, μεταβαίνουμε στο (εν γένει) μαγειρεύειν ως συμφυρματικά διαπλεκόμενο με την αποκαλούμενη, λαθεμένα, «επιμέλεια του εαυτού». Πρόκειται για το «μαγείρεμα του εαυτού» ως αισθητοποιημένου γκουρμέ για κατανάλωση. Μαγειρεύουμε τον εαυτό μας ως φαγητό για το κεφάλαιο. Όσο πιο νόστιμοι και γλυκοί τόσο πιο εύκολα θα μας προτιμήσουν. Ίσως οι τούρτες γλυπτά της Annabel de Vetten αποτελούν την πιο ειλικρινή αναπαράσταση αυτού του αισθητικοποιημένου κανιβαλισμού. Όπως λέει και o Benjamin (στο το Έργο Τέχνης την Εποχή της Μηχανικής Αναπαραγωγής): «η αλλοτρίωση του εαυτού έχει φτάσει σε τέτοιο βαθμό που μπορεί να βιώσει την ίδια του την καταστροφή ως μιας πρώτης τάξεως αισθητική ευχαρίστηση» (1936, σελ.20, στην αγγλική έκδοση).

Υπάρχει μια σημαντική ψυχοπολιτική διάσταση στην ανδρική φιγούρα του ‘σεφ’ (πρόκειται για ανδρική θέση υποκειμένου) και τις εκπομπές μαγειρικής που μπορούμε να κατανοήσουμε ως ενδραμάτιση του λακανικού ‘σταδίου του καθρέφτη’ μέσα στο συμβολικό. Για τον Lacan, (στο Ecrits) το βρέφος που αντιλαμβάνεται το σώμα του διασπασμένο αναγνωρίζει για πρώτη φορά μπροστά στον καθρέφτη το σώμα του ως ενότητα και αρχίζει να διαμορφώνει το ‘Εγώ’. Κατ’ αναλογία, το διασπασμένο μεταμοντέρνο υποκείμενο που είναι αναγκασμένο να καταλαμβάνει πολλές και συγκρουόμενες μεταξύ τους θέσεις υποκειμένου, ρόλους και υποχρεώσεις, διαμορφώνει ένα νεοφιλελεύθερο ‘Εγώ’ ως ενοποιητική λειτουργία μέσα από τη φαντασιακή ταύτιση με την ιδανική-εικόνα του επιτυχημένου και δημιουργικού σεφ. Η εικόνα αυτή περιλαμβάνει την ίδια τη διαδικασία ενοποίησης των διαφόρων θραυσμάτων: το «μαγείρεμα». Τα υλικά που συνδυάζει για να μαγειρέψει ο σεφ είναι τα θραύσματα ενός διασπασμένου εαυτού που πρέπει να ενοποιηθούν, έστω προσωρινά, να υποβληθούν σε επιμέλεια και ο εαυτός να προκύψει ως ένα μαγειρικό έργο τέχνης που κάθε αφεντικό θα θέλει να φάει. Η Δια της μαγειρικής τέχνης Θεραπεία (‘Culinary Art Therapy’), που σύντομα θα έρθει και στη χώρα μας, αφορά ακριβώς αυτήν τη συσχέτιση της ‘βελτίωσης του εαυτού’ με τη μαγειρική διαδικασία.



3

Ας γυρίσουμε σε αυτό που λέγαμε στην αρχή του κειμένου.

Η γαστροσεξουαλική συνθήκη είναι όπως είπαμε συμφυρματική και πολύμορφη. Ο ιδιοκτήτης της γνωστής αλυσίδας φούρνων (φαγητό) που επιδίδεται ταυτόχρονα σε σωματεμπορία (σεξ) ξεδιπλώνει την προσωπική του ιστορία πάνω σε γαστροσεξουλικές συντεταγμένες. Οι φωτογραφίες από το πρότζεκτ διαμαρτυρίας της Χλόη Κριθαρά Devienne αποδίδουν εύστοχα μια από τις σκοτεινές πτυχές της εν λόγω συνθήκης.


 Η ανα-διαρρύθμιση της σχέσης του διατροφικού και του σεξουαλικού καθεστώτος επιφέρει επίσης μια διαφοροποίηση ως προς τις δεσπόζουσες ‘φιγούρες’ (με τη φουκωική τους έννοια). Σε αντίθεση με τις φιγούρες που ορίζονται κυρίως από την σχέση τους με το σεξ τις οποίες περιγράφει ο Foucault, (στο η Ιστορία της Σεξουαλικότητας) –πχ. του ‘αυνανιζόμενου παιδιού’, της ‘υστερικής γυναίκας’, ή του ‘φιλομόφυλου άνδρα’– στη νέα συνθήκη οι αναδυόμενες φιγούρες ορίζονται πρωτίστως από τη σχέση τους με το φαγητό/σεξ. Δύο τέτοιες φιγούρες είναι ο ‘γαστροσεξουαλικός άνδρας’ (πρόκειται περί ανδρικής θέσης υποκειμένου) και η ‘ανορεκτική γυναίκα’ (πρόκειται για γυναικεία θέση υποκειμένου). Ο γαστροσεξουλικός άνδρας δεν μαγειρεύει για να μοιραστεί τις και να συνεισφέρει στις δουλείες του σπιτιού. Αντίθετα, μαγειρεύει περιστασιακά και με στόχο να γοητεύσει, να παγιδεύσει το θήραμα του μέσα από ένα performance. Στην άρνηση της για φαγητό η ανορεκτική γυναίκα αρνείται τις γραμμές επιβολής της γαστροσεξουαλικής συνθήκης, εντοπίζει την παγίδα στη φιγούρα του σέξι άνδρα που μαγειρεύει, διαισθάνεται μια βαθύτερη γαστροσεξουλική συμβολική λειτουργία πίσω από φιγούρες και εικόνες, και κρατάει το στόμα της ερμητικά κλειστό.

Οι κυρίαρχες ψυχιατρικές ή ψυχολογικές (πρωτίστως οι γνωσιακές) θεωρήσεις, ακόμη και κάποιες φεμινιστικές που θέλουν την ανορεξία να βρίσκεται σε αιτιατή σχέση με την επιδίωξη επίτευξης προτύπων όμορφου σώματος, κάνουν το λάθος να θεωρούν την άρνηση για φαγητό απλώς ως το μέσο εκδήλωσης μιας παθολογίας (ή ως το μέσο της επίτευξης ενός όμορφου σώματος) και αδυνατούν να συλλάβουν πως το φαγητό συνιστά ακριβώς τον φορέα μιας ψυχοπολιτικής διαρρύθμισης και πως η άρνησή του αποτελεί πράξη αντίστασης. Αρκεί κάποιος να διαβάσει τις σκηνές από το μυθιστόρημα της Margaret Atwood The Edible Woman (‘η Φαγώσιμη Γυναίκα’) όπου η πρωταγωνίστρια, παρακολουθώντας τον μέλλοντα σύζυγό της να τρώει μία μπριζόλα, ταυτίζεται με το κρέας και αναπτύσσει σταδιακά ανορεξία για να κατανοήσει αυτήν τη λογική. 



Μετεωριζόμενη μεταξύ μιας άβολης παιδικότητας (μικρόσωμα χαρακτηριστικά) την οποία επιθυμεί με απώτερο σκοπό την διολίσθηση μέσα στη μήτρα και την ανυπαρξία, και σε ένα άβολο γήρας (γερασμένα χαρακτηριστικά, εμμηνόπαυση κτλ) και διολισθαίνοντας μέσα στην ‘σημειωτική χώρα’ της ‘μάνας γης’, στο θάνατο, η ανορεκτική γυναίκα δεν επιδιώκει να είναι όμορφη, αλλά να απαλλαγεί από το γαστροσεξουαλικό καθεστώς που την ορίζει, θέλει να πάψει να είναι «γυναίκα». Σωστή διάγνωση, λαθεμένη στρατηγική –δεν θα αναπτύξω τα αδιέξοδα αυτής της στρατηγικής πέρα από ένα σημείο, ούτε τις πιθανές στρατηγικές εξόδου. Είναι γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο που έχει πολύ μεγάλη σημασία η διαφοροποίηση των φεμινιστικών μεταμοντέρνων θεραπειών της ανορεξίας από αυτές που αναπτύσσονται μέσα στο πλαίσιο του κοινότοπα φαλλοκρατικού ψυχιατρικοποιημένου πλαισίου/λόγου και της νεωτερικής αιτιατής λογικής. Τόσο οι γνωστικοσυμπεριφοριστικές, όσο και οι περισσότερο ευαίσθητες στο πλαίσιο προσεγγίσεις όπως οι συστημικές, διέπονται από μια νεωτερική λογική εντοπισμού του αιτίου και από την απουσία ουσιαστικής θεωρίας πάνω στο φαγητό.



4

Ο Elias Canneti (στο Crowds and Power) το είχε πει με σαφήνεια: «τείνουμε να κοιτούμε τα χιλιάδες κόλπα της εξουσίας που διαδραματίζονται στην επιφάνεια, αλλά αυτά αποτελούν το λιγότερο σημαντικό κομμάτι. Κάτω από την επιφάνεια, μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει, βρίσκεται η πέψη, και ξανά η πέψη (digestion). Κάτι ξένο αρπάζεται, τεμαχίζεται σε μικρά κομματάκια, χωνεύεται και αφομοιώνεται…είναι βέβαιο πως όλες αυτές οι διεργασίες…βρίσκουν το αντίστοιχό τους στον ψυχισμό» (2000 [1960], σελ. 210). Έχει δίκιο, ακόμη και στην κουλτούρα του Λυντσαρίσματος στην Αμερική τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα μπορούμε να διακρίνουμε την στενή σύνδεση ρατσισμού και ανθρωποφαγίας: τμήματα του σώματος κατασφαγμένων μαύρων πωλούνταν ακόμη και σε μπακάλικα. Ας μη ξεχνάμε επίσης πως πριν ο υπουργός εξωτερικών του Μussolini, Galeazzo Ciano, περιγράψει ως  «λουλούδια που ανθίζουν’ τις βόμβες που έριχναν πάνω σε άμαχους Αιθίοπες  (βλ. Jay, 1992, The Aesthetic Ideology), είχε προηγηθεί η αισθητικοποίηση του φαγητού από τους Ιταλούς Φουτουριστές και η γαστροσεξουαλικοποίηση της πολιτικής στο «γεύμα της λευκής επιθυμίας» του Marinetti. Το φασιστικό κράτος κατασκευαζόταν μέσω μιας μαγειρικής μεταφορικής ως κράτος-Σεφ που μαγείρευε στη φωτιά του πολέμου (με βόμβες) τους Αιθίοπες. Στην εποχή της κυβερνολογικής, η εξουσία δεν κυνηγάει πλέον τα θηράματά· τα έχει εξημερώσει και τα εκπαιδεύει να μαγειρεύουν τον ίδιο τους τον εαυτό με μπαχαρικά και εξωτικές σάλτσες. Δεν ήταν τυχαίο ότι ο Μαρξ παρομοίαζε τόσο συχνά το κεφάλαιο με βαμπίρ που ρουφάει το αίμα της εργατικής τάξης. Η παρομοίωσή του γειωνόταν στην πολιτική οικονομία της νεκρής και ζωντανής εργασίας. Το ίδιο ισχύει και σήμερα, αλλά το βαμπίρ βαρέθηκε να πίνει ωμό αίμα και απαιτεί μαγειρεμένο κρέας, και μάλιστα γκουρμέ.