24.2.15

Κριτικά Σχόλια με αφορμή το σεμινάριο για τον «ρόλο του φόβου στην παράνοια»




Την προηγούμενη Παρασκευή και Σάββατο πραγματοποιήθηκε ένα σεμινάριο με τίτλο «Ο ρόλος του φόβου στην παράνοια & Ξεκινώντας και στηρίζοντας μια ομάδα αυτοβοήθειας για ανθρώπους με ασυνήθιστες πεποιθήσεις». Το σεμινάριο διοργάνωσε το δίκτυο ‘Ακούγοντας Φωνές’, ενώ βασικοί ομιλητές ήταν οι Peter Bullimore και Shaun Hunt του National Paranoia Network της Βρετανίας. Παρακολουθήσαμε αυτό το σεμινάριο που ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία ενημέρωσης για την «παράνοια» και τις «φωνές». Στο κείμενο αυτό παραθέτουμε μερικά κριτικά σχόλια τα οποία έχουν ως στόχο να ανοίξουν μικρές ρωγμές για σκέψη, αφού τα ζητήματα των «φωνών» και της «παράνοιας» καταδεικνύουν τη δόμηση και διάρθρωση της σκέψης μέσα σε ταξικά καθεστώτα ελέγχου και επιτήρησης, και άρα είναι θέμα όλων μας. Η «παράνοια» και ο φόβος που την συνοδεύει επιτρέπει την οργανική σύνδεση του «παρανοϊκού» με τον «φυσιολογικό» πάνω σε ένα συνεχές κοινωνικής σκέψης, ενώ συμβάλλει επίσης στην κατάργηση αυτής της διαχωριστικής γραμμής.

Αυτό το συγκεκριμένο σημείο πιστεύουμε πως απουσίαζε από το σεμινάριο. Αντίθετα, δόθηκε υπερβολική έμφαση σε μια κεντρομόλο, ατομοκεντρική προσέγγιση η οποία εστίαζε στην τραυματική εμπειρία των ασθενών –που διατυπωνόταν εξολοκλήρου ως «κακοποίηση στην παιδική ηλικία»– με τις «παρανοϊκές» σκέψεις να αντιμετωπίζονται ως συμβολοποιήσεις ενός υποβόσκοντος τραύματος κι όχι ως αναπαραγωγή ευρύτερων κοινωνικών λογικών. Αν όμως πρόκειται για συμβολοποιήσεις, τότε γιατί ο φόβος της ‘αρπαγής από εξωγήινους’ να μην είναι μια συμβολοποίηση του φόβου της αλλοτρίωσης/απαλλοτρίωσης του σώματος στο πλαίσιο ταξικών κοινωνιών ελέγχου και επιτήρησης ή/και θεσμοθετημένης παράνοιας; Στις ερωτήσεις του κοινού για το τι γίνεται όταν δεν υπάρχει ένα τέτοιο τραύμα, οι απαντήσεις των ομιλητών δεν ήταν καθόλου κατατοπιστικές, ενώ φανέρωναν την απουσία ενός ευρύτερου μη ψυχολογικού θεωρητικού πλαισίου.

Η απουσία μιας κριτικής και ριζοσπαστικής θεώρησης γινόταν εμφανής σε κάθε στάδιο του σεμιναρίου. Ο Shaun Hunt (αλλά και ο Peter Bullimore), ο οποίος αναφέρθηκε διεξοδικά στην δική του ατομική εμπειρία με τις φωνές, την παράνοια και το ψυχιατρικό σύστημα της Βρετανίας, προσπαθώντας να αποσείσει την ταυτο-ποιησή του, τον καθορισμό του ως «παρανοϊκού» από τον ψυχιατρικό λόγο, μετέφερε τις συντεταγμένες του ‘ποιος είναι’ στον γάμο, στα παιδιά και στο ότι εργάζεται σε μια κρατική υπηρεσία. Είναι κατανοητή η σημασία που μπορεί να έχει για έναν άνθρωπο που έχει βιώσει αποκλεισμό το να μπορεί να βιοπορίζεται. Είναι όμως διαφορετική η βιοποριστική διάσταση από την συντηρητική αναπαραγωγή του γάμου και της μισθωτής σκλαβιάς ως συνθηκών που ορίζουν το «ποιος είμαι» και ως προσομοίωσης ή και επίτευξης της φυσιολογικότητας. Αυτό που έμοιαζε να λέει ο Shaun ήταν «κοιτάξτε με, είμαι φυσιολογικός, παντρεύτηκα και έχω δουλειά», χωρίς να δίνει κανένα εργαλείο σε εκείνους που μπορεί να μην παντρευτούν ποτέ και που μπορεί (ειδικά στην Ελλάδα) να μην δουλέψουν ποτέ, ώστε να μπορούν να ορίζονται διαφορετικά. Αντίθετα, δημιουργούσε τις συνθήκες για μια νέα παθολογικοποίηση εκείνων που δεν κατάφερναν να επιτύχουν τα παραπάνω. Η τοποθέτησή του δεν διεκδικούσε έναν χώρο ελευθερίας και διαφορετικότητας, συμβάλλοντας έτσι στη διεύρυνση της γεωγραφίας του «φυσιολογικού». Αντίθετα, απελευθέρωνε το άτομο από την εξουσία της ψυχιατρικής για να το εντάξει χωρίς μια ιδιαίτερη πολιτική ματιά μέσα σε μια ασφυκτική φυσιολογικότητα ορισμένη από τις συντεταγμένες εργασία-οικογένεια.

Η απουσία της πολιτικής διάστασης έγινε επίσης σαφής και από την συγκεχυμένη χρήση των λέξεων «ενδυνάμωση» και «εμψύχωση», με τις δύο λέξεις να χρησιμοποιούνται εκ περιτροπής, χωρίς καμία διάκριση και συγκεκριμένο περιεχόμενο και με την ‘ενδυνάμωση’ να μην αποκτά πολιτικό χαρακτήρα αλλά να καταρρέει μέσα σε μια ψυχολογιοποιημένη έννοια ‘εμψύχωσης’ (ατομικής ή ομαδικής). Δεν επρόκειτο για κάποια μεταφραστική αδυναμία. Ήταν η απουσία πλαισίου των ομιλητών που επέτρεπε στην έννοια της ‘ενδυνάμωσης’ να είναι αρκετά ρευστή και στην καλύτερη περίπτωση να αποκτά εμμέσως περιεχόμενο ως ‘απόρριψη του ψυχιατρικού λόγου’. Πιστεύουμε πως αυτή η χαλαρή χρήση εννοιών αντανακλάται και στην διακήρυξη του συνεδρίου της Θεσσαλονίκης όπου αναφέρεται πως διεκδικείται «ένας λόγος απλός και βιωματικός που θα περιγράφει τις εμπειρίες μας χωρίς ταμπέλες και διαγνώσεις». Η φράση αυτή υπονοεί πως υπάρχει ένας λόγος απλός και απαλλαγμένος από ιδεολογικά φορτία που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εκφράσει μια αληθινή εμπειρία. Δυστυχώς, ένας τέτοιος λόγος δεν υπάρχει και συνήθως αυτό που θεωρείται ως απλός λόγος δεν είναι τίποτ’ άλλο από τον λόγο της εκλαϊκευμένης ψυχολογίας που κατέχει κυρίαρχη πλέον θέση μέσα στο καθημερινό ρηματικό πεδίο.

Ένα τελευταίο σχόλιο (το οποίο θα προεκτείνουμε πέρα από το σεμινάριο), αφορά αυτό που εμείς κατανοούμε ως διαδικασία ‘αισθητικοποίησης’ των προβλημάτων αυτού του είδους και το οποίο συνδέεται με την προαναφερθείσα απουσία πολιτικού θεωρητικού πλαισίου. Πολλά εγχειρήματα στην προσπάθεια τους να αποδομήσουν τον ψυχιατρικό λόγο και να πολεμήσουν την ψυχιατρικοποίηση –και αδυνατώντας να κάνουν μια μετάβαση στην πολιτικοποίηση της ψυχοπαθολογίας– μένουν εγκλωβισμένα σε μια συνθήκη ‘αισθητικοποίησης’ ή ‘ωραιοποίησης’ της γλώσσας με την οποία αποδίδεται ή «ψυχοπαθολογία» ή/και των περιθωριοποιημένων και ευάλωτων ομάδων. Αυτή η τάση διαφαίνεται ακόμη και στον τίτλο του σεμιναρίου, όπου προκειμένου να αποφευχθεί ο ψυχιατρικός όρος «παρανοϊκές» σκέψεις, χρησιμοποιείται ο αισθητικοποιημένος/ωραιοποιημένος όρος «ασυνήθιστες πεποιθήσεις». Τι ακριβώς όμως σημαίνει «ασυνήθιστες πεποιθήσεις»; Πρώτον, ο όρος αυτός μεταφέρει την ανάλυση στο επίπεδο του συνηθισμένου/ασυνήθιστου και δεύτερον, με την χρήση της λέξης ‘πεποίθηση’, αποκόπτει τις σκέψεις από την οργανική τους σχέση με το κοινωνικό/πολιτικό, αποδίδοντάς τες ως προσωπικές.

Η αισθητικοποίηση κάποιων όρων και ομάδων προσφέρει συχνά την ψευδαίσθηση ενός ασφαλούς χώρου ανάμεσα στις συμπληγάδες της ψυχιατρικοποίησης/ψυχολογιοποίησης (η οποία θα παρέδιδε το άτομο αυτό βορά στις εν λόγω επιστήμες) και στην πολιτικοποίηση της «ψυχοπαθολογίας» σε όλες της τις διαστάσεις –και της αιτιολογίας και του περιεχομένου της καθ’ αυτού. Ειδικά στην δεύτερη περίπτωση, η αντιμετώπιση με μη πολιτικούς όρους των «ασυνήθιστων πεποιθήσεων», εξυπηρετεί μεταξύ άλλων την αποφυγή των δυσκολιών που μπορεί να προκύψουν, όπως για παράδειγμα όταν βρεθούμε μπροστά σε κάποιον που έχει παρανοϊκές σκέψεις και συντάσσεται απερίφραστα με τη Χρυσή Αυγή (κάτι καθόλου σπάνιο). Σε μια τέτοια περίπτωση, ο όρος «ασυνήθιστες πεποιθήσεις» αισθητικοποιεί/ωραιοποιεί τις φασιστικές ιδέες και τις συγκαλύπτει. Έτσι, σε τέτοια εγχειρήματα, διατηρείται υπόρρητα μια ψυχιατρική/ψυχολογική αντίληψη για την «παράνοια». Θεωρείται, δηλαδή, έμμεσα πως το άτομο αυτό είναι ασθενής και πως αυτό που έχει σημασία είναι να διαχειρίζεται τις φωνές του, κι όχι η πολιτική του θέση ή το περιεχόμενο αυτών των σκέψεων. Υπάρχει δηλαδή μια αντίφαση: από τη μία επιδιώκεται το να αντιμετωπίζονται οι «πάσχοντες» ως φυσιολογικοί, ενώ από την άλλη οι πολιτικές τους θέσεις αγνοούνται με την σιωπηλή πεποίθηση πως δεν πρόκειται για φυσιολογικούς ανθρώπους. Η αποκλειστική εστίαση των ομιλητών του σεμιναρίου σε περιπτώσεις με τραυματική εμπειρία παιδικής κακοποίησης δεν έδωσε ευκαιρία για την συζήτηση τέτοιων θεμάτων. Τα θέματα αυτά είναι πολύ σημαντικά, ειδικά αν σκεφτούμε πως στη διακήρυξη του διεθνούς συνεδρίου του ‘δικτύου ακούω φωνές’ στη Θεσσαλονίκη αναφέρεται ρητά πως πρόκειται για ένα πολιτικό κίνημα που επιδιώκει την διασύνδεσή του με άλλα κινήματα.

Η τάση για αισθητικοποίηση μετατρέπεται σε πανδημία στον κόσμο των πολιτικά προοδευτικά ψυχολόγων και κοινωνικών επιστημόνων. Κι όχι μόνο: στην τέχνη για παράδειγμα, η επιλογή ενός politically correct «κοινωνικού θέματος» επιτρέπει σε πολλούς καλλιτέχνες να ισχυρίζονται πως κάνουν πολιτική τέχνη ή πως πολιτικοποιούν την τέχνη. Στην ουσία όμως αυτό που κάνουν δεν είναι άλλο από το να αισθητικοποιούν την πολιτική (όλοι έχουμε δει καλλιτεχνικές φωτογραφίες με θέματα που ξεκινούν από την βομβαρδισμένη Παλαιστίνη και τις εργάτριες του σεξ σε κάποια ασιατική χώρα μέχρι τους ψυχικά πάσχοντες στην Αφρική, οι οποίες αισθητικοποιούν τη φρίκη), ένα στοιχείο που ο Walter Benjamin είχε εντοπίσει στον λόγο του φασισμού! Το ίδιο συμβαίνει και με διάφορα ψ-εγχειρήματα, στα οποία οι προοδευτικές πολιτικές ιδέες εκφράζονται αποκλειστικά ως επιλογή (ενός αισθητικοποιημένου) αντικειμένου προς ενασχόληση (άστεγοι, άνεργοι, μετανάστες, κακοποιημένες γυναίκες, άτομα με εξαρτήσεις κτλ), και χωρίς άλλο θεωρητικό πλαίσιο από την κυρίαρχη ψυχολογία, σε όλες της τις εκφάνσεις και παραλλαγές. Υπάρχει μια υπόρρητη αντίληψη πως η επιλογή μιας περιθωριοποιημένης ή ευάλωτης ομάδας είναι από μόνη της αρκετή για να εκφραστεί μια πολιτική θέση και για να καθησυχάσει ο κοινωνικά ευαίσθητος ψυχολόγος τη συνείδηση του. Πρόκειται για έναν αφελή ακτιβισμό που αισθητικοποιεί περιθωριακές και ευάλωτες ομάδες, ανάγει συχνά σε φετίχ την αυτοοργάνωση, εξιδανικεύει μια καρικατούρα του «εμείς» και αναπαράγει τελικά μια άκρως συντηρητική ψυχολογία που είναι ενδεδυμένη ως πολιτικοποιημένη παρέμβαση και διανθισμένη με μπόλικο προοδευτικό αερολογείν. Ακραίο αλλά ενδεικτικό είναι το παράδειγμα κάποιων προοδευτικών ψυχολόγων κατά την απεργία πείνας των μεταναστών από την Κρήτη στο κτίριο της Υπατίας, οι οποίοι έφτασαν στο σημείο να θέλουν να πάρουν ιστορικό από τους μετανάστες, αναπαράγοντας με αυτοματισμό την ψυχολογία όπως την είχαν μάθει στο πανεπιστήμιο ή στην εκπαίδευσή τους και πιστεύοντας πως η ψυχολογία αυτή είχε κάποια θέση εκεί.



4.2.15



Ψυχολογία από τα κάτω 

Κάλεσμα για την δημιουργία Ομάδας Κριτικής Ψυχολογίας


Η ψυχολογία, όπως νοηματοδοτείται και ασκείται στην πλειοψηφία της, καθιερωμένη πλέον σαν είδος επιστήμης, όχι μόνο δεν έκανε κάποια διαφορά, αλλά οδήγησε το άτομο σε μια επίπλαστη αίσθηση ανεπάρκειας. Με διάφορα μότο όπως «όλα θα πάνε καλά αρκεί να αλλάξεις εσύ ο ίδιος μέσα σου» άφησε έξω την κοινωνική και πολιτική διάσταση του θέματος της ψυχικής υγείας. Η ψυχολογία, ακαδημαϊκή και θεραπευτική, όχι μόνο απέτυχε παταγωδώς στο να συμβάλει να κάνει τον κόσμο ένα καλύτερο μέρος, αλλά έκανε και ό,τι μπορούσε για να τον κάνει χειρότερο, και συνεχίζει να κάνει ό,τι μπορεί για να τον κρατήσει ως έχει. Αυτό είναι το αφετηριακό σημείο για την δημιουργία μιας ομάδας Κριτικής Ψυχολογίας.

Οι καθηγητές στην πλειοψηφία τους, πιστοί οπαδοί του DSM μας μαθαίνουν να κατηγοριοποιούμε παιδιά, εφήβους και ενήλικες σε φυσιολογικούς και μη. Και να κάνουμε στόχο της ζωής μας, να μετατρέψουμε το «παθολογικό» σε αποδοτικό, σε αυτόν που θα μπορεί να εργάζεται, να κοινωνικοποιείται και να κάνει παιδιά, δηλαδή στον υποτακτικό πολίτη. Μερικοί από τους ακαδημαϊκούς αποτελούν εξαιρέσεις, προσδιορίζοντας την ψυχολογία με μία πιο κοινωνική προσέγγιση, καταλήγουν όμως λόγω των πάσης φύσεως «ελλιπών» κινήτρων να απορρίπτονται από την πλειοψηφία των φοιτητών με φράσεις του τύπου: «Η κοινωνία δεν είναι ψυχολογία. Εγώ ήρθα να γίνω σοβαρός επιστήμονας, όχι να φιλοσοφώ».

Φυσικά, μια τέτοια ακαδημαϊκή κοινότητα κάνει ό,τι μπορεί για να κρατήσει τις ριζοσπαστικές, αντίθετες προς την κυρίαρχη ψυχολογία αντιλήψεις μακριά από τις πανεπιστημιακές αίθουσες, στερώντας μας έναν ολόκληρο τρόπο σκέψης και ανάπτυξης, μια πιθανή πορεία της επιστήμης μας. Μας καταρτίζουν για να βγούμε και να προσφέρουμε τις ψυχολογικές μας υπηρεσίες στην νεοφιλελεύθερη εκμετάλλευση, μας μαθαίνουν να σκεφτόμαστε μονοδάστατα, μας εκπαιδεύουν στην προσαρμογή. Έτσι, η αμφισβήτηση εμφανίζεται ως πολυτέλεια και οτιδήποτε νεόφερτο από το εξωτερικό –«εκεί που όλα λειτουργούν ρολόι, κυρίως οι αίθουσες διδασκαλίας»– είναι αυτομάτως αμάσητη τροφή για κατανάλωση. Όπως ακριβώς και τα τσιτάτα της πλειοψηφίας των πολιτικών παρατάξεων που τις περισσότερες φορές αντί να τολμήσουν να οραματιστούν ένα διαφορετικό ρόλο του κλάδου τους, παραμένουν –στην καλύτερη– στις ειπωμένες από τη Ρωσική Επανάσταση υποδείξεις.

Το να έχεις το δικαίωμα να αμφισβητήσεις τη γνώση που σου δίνεται θα πρέπει να είναι ο κανόνας κι όχι μία σπάνια εξαίρεση. Κουραστήκαμε με τις έρευνες που αναρωτιούνται πόσο ευτυχισμένοι ή δυστυχισμένοι ήμασταν τον τελευταίο μήνα, τη στιγμή που τα τελευταία χρόνια Πανελλαδικά εφαρμόζεται το σχέδιο Ψυχαργώς, κλείνοντας τα ψυχιατρεία, χωρίς να ακούγεται απολύτως τίποτα. Κουραστήκαμε να ακούμε πως δεν είμαστε κοινωνικοί επιστήμονες και πως ό,τι επιχειρεί να πάει κόντρα στην υποταγή είναι στείρος ιδεαλισμός. Θέλουμε να φτιάξουμε άλλες μεθοδολογίες που δεν θα χωρούν τον κόσμο μέσα σε κουτάκια, αλλά θα τον αποκαλύπτουν ως αυτό που είναι: ένα πεδίο συγκρούσεων και ταξικών ανισοτήτων, ένα πλέγμα αντιφατικών νοημάτων και εννοιών, ένα ανοιχτό πεδίο για δράση και αλλαγή.

Η Ομάδα Κριτικής Ψυχολογίας δεν θα αποτελεί ανοιχτή δομή όπου ο καθένας θα μπορεί να επισκέπτεται και να συμμετέχει περιστασιακά αφού κάτι τέτοιο θα καθιστούσε αδύνατη την συστηματική και εις βάθος διερεύνηση στην οποία στοχεύουν. Ο αριθμός των 10 ατόμων έχει κριθεί ικανοποιητικός, έπειτα από συζήτηση και πειραματισμό, τόσο για την δημιουργία μιας οργανικής ζώνης συζήτησης/ανάπτυξης όσο και για την επιτυχή και ασφαλή παρέμβαση/δράση.

Η ομάδα αποτελεί μια πειραματική δομή στην οποία θα γίνει μια προσπάθεια προσέγγισης μιας νέας ψυχοκοινωνικής παρέμβασης και με έμφαση στην από-ψυχολογιοποίηση και πολιτικοποίηση του «ψυχολογικού προβλήματος» ή των «αδυναμιών» και των ίδιων του των μελών. Δεν πρόκειται για μία ακόμη διαδικασία αστικής αυτογνωσίας όπως διαφημίζεται στα διάφορα σεμινάρια που πληθαίνουν μέσα στην κρίση. Στόχος μας είναι η πολιτικοποίηση  της παραγωγής του ψυχισμού και η κατανόηση του προβλήματος ως εξατομικευμένη διάσταση σύνθετων σχέσεων εξουσίας και συνθηκών μέσα στις καπιταλιστικές κοινωνίες –με τον τρόπο αυτόν, επιτυγχάνουμε μία κριτική σύζευξη του ατομικού με το κοινωνικό και προωθούμε διεργασίες ατομικής και κοινωνικής χειραφέτησης.

Τα μέλη μπορούν να ανήκουν σε διάφορες πολιτικές τοποθετήσεις του ευρύτερου ριζοσπαστικού χώρου. Το πνεύμα ριζοσπαστικής κριτικής μπορεί να μεταφέρεται και να ασκείται σε όλους τους πολιτικούς χώρους στους οποίους ανήκουν στο βαθμό που στους εν λόγω χώρους αναπαράγεται αστική/κυρίαρχη ψυχολογία –είτε ως ρητή αναφορά σε Ψ-λογικές/αντιλήψεις είτε ως συστήματα ιεραρχιών και σχέσεων εξουσίας.

Διατυπώνουμε 7 σημεία –στόχους της ομάδας: (στόχοι που φυσικά δεν αποτελούν παγιωμένες και στατικές ντιρεκτίβες αλλά δυναμικές διαδικασίες η διαμόρφωση των οποίων βασίζεται στην σκέψη, την αντιπαράθεση και τον πειραματισμό).

1. Να προωθήσουν μία μεθοδολογία προβληματισμού η οποία θα επιτρέπει να εκφράζεται ανοιχτά η δυσαρέσκεια των μελών με τις λογικές και αντιλήψεις του Ψ συμπλέγματος, όπως αυτές αντανακλούνται σε όλες τις εκφάνσεις της ψυχολογίας σήμερα.

2. Να αποτελέσουν χώρους αυτόνομης μόρφωσης και ανάπτυξης συγκρουσιακών ιδεών και ριζοσπαστικών απόψεων για το ψυχοκοινωνικό που δεν ευνοούνται και περιθωριοποιούνται σε χώρους της κυρίαρχης/καθεστωτικής ψυχολογίας  (π.χ. αμφιθέατρα πανεπιστημίων και κολλεγίων, συνέδρια,  σεμινάρια κλπ.).

3. Να αναπτύξουν μία κριτική θεώρηση της κυρίαρχης/καθεστωτικής ψυχολογίας σε όλες τις διαστάσεις της: από τον τρόπο που διδάσκεται στα πανεπιστήμια ως θεωρία και μέθοδος, εφαρμόζεται ως θεραπευτική πρακτική και εκφράζεται ως μια ψυχολογιοποιητική κουλτούρα και πειθαρχική τεχνική.

4. Να διερευνήσουν τον ρόλο που πρέπει να έχουν οι ριζοσπάστες ψυχολόγοι (και γενικότερα κοινωνικοί επιστήμονες) στις παρούσες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες.

5. Να αποτελέσουν χώρους όπου η θεωρητική μελέτη, οι παρεμβάσεις, και οι συζητήσεις θα αποτελούν εφαλτήριο και για την ατομική ενδυνάμωση των μελών της ομάδας, την καλλιέργεια θάρρους και την απελευθέρωση από ψυχισμιακές διαρρυθμίσεις που συνδέονται άμεσα με την διατήρηση και διαιώνιση ιεραρχικών διαστρωματώσεων σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής και πολιτικής ζωής (π.χ. ντροπή, υποτακτικότητα, φόβος κτλ).

6. Να διερευνήσουν τρόπους για απελευθερωτικές και χειραφετητικές ψυχοκοινωνικές αναλύσεις και παρεμβάσεις και να προεικονίσουν ένα κόσμο χωρίς τον ζουρλομανδύα και την ψυχική ορθοπεδική της καθεστωτικής ψυχολογίας.

7. Να πραγματοποιούν παρεμβάσεις/διαμαρτυρίες με ποικίλους τρόπους πάνω σε θέματα της ψυχοκοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας.

Καλούμε όσους ενδιαφέρονται να συμμετέχουν μαζί μας στην δημιουργία μιας Ομάδας Κριτικής και Ριζοσπαστικής Ψυχολογίας με στόχο την ριζοσπαστική ψυχοκοινωνική αλλαγή, την ατομική και κοινωνική αυτονομία.

E-mail επικοινωνίας: lydia_ksou@hotmail.com, mairagyr@hotmail.com

22.12.14

Σχετικά με το Music School



Στο νέο talent show του MEGA που εμφανίζεται ως ένα αθώο «Μουσικό Σχολείο», ως μια «μουσική γιορτή γεμάτη τραγούδι και συναίσθημα»[1], υπάρχει MEGAλη εκμετάλλευση. Συνεχίζοντας την παράδοση παιδικής εκμετάλλευσης που εγκαινίασε με το Junior MasterChef, το κανάλι αυτή τη φορά βάζει παιδιά να ανταγωνιστούν για τον τίτλο του πιο ταλαντούχου celebrity-τραγουδιστή, με έπαθλο μια υποτροφία για σπουδές στο Ωδείο Αθηνών…


Η sexουαλικοποίηση της παιδικής ηλικίας


Μια σημαντική κοινωνική-πολιτισμική διαδικασία που συνδέεται με την εκπομπή, είναι η sexουαλικοποίηση της παιδικής ηλικίας. Η sexουαλικοποίηση δεν αφορά φυσικά την αναγνώριση της παιδικής σεξουαλικότητας αλλά τη διασύνδεση της παιδικής ηλικίας με το sex, την μετατροπή των παιδιών σε αντικείμενα του σεξουαλικού βλέμματος. Ένα από τα αναχώματα ενάντια στην σεξουαλική εκμετάλλευση των παιδιών δεν διατυπωνόταν μόνο με βιολογικούς όρους αλλά και με όρους ψυχικούς, συναισθηματικούς. Η μη ολοκληρωμένη θυμική οικονομία των παιδιών τα τοποθετούσε σε μία ασφαλή απόσταση από την ενήλικη σεξουαλική ζωή. Ένα παιδί δεν μπορούσε να το ερωτευτεί κανείς· ακόμη κι αν το ίδιο έδειχνε στοιχεία ερωτικού συναισθήματος, αυτά θεωρούνταν μη ώριμης φύσης και άρα τοποθετούνταν εκτός της ανάλογης ανταπόκρισης από τους ενήλικες.

Αυτό που συμβαίνει με το μουσικό σχολείο του MEGA, και που φυσικά αντανακλά μια γενικότερη τάση, είναι η κατάρρευση αυτού του ανασχετικού φράγματος. Στην συγκεκριμένη εκπομπή, τα παιδιά καλούνται να μάθουν και να επιτελέσουν μια σειρά από έμφυλες θέσεις και συμπεριφορές που σχετίζονται με τον έρωτα.[2] Το πιο σημαντικό στοιχείο είναι πως συχνά καλούνται να ερμηνεύσουν τραγούδια σαν να είναι μεγάλοι, να νιώσουν λόγια ερωτικής έντασης (πόνου, καημού κτλ.) που δεν ανταποκρίνονται στα βιώματά τους, λαμβάνοντας σχόλια από τους κριτές πως ερμήνευσαν το τραγούδι με μεγάλη ωριμότητα και πολύ συναίσθημα και πως φάνηκε ότι ένιωθαν τα λόγια κτλ.[3] Αυτή η συστηματική καλλιέργεια της ερωτικής συναισθηματικής ωριμότητας και η δημόσια έκθεση και επιτέλεση της επιτρέπει την σύγκλιση της ερωτικής θυμικής οικονομίας των παιδιών με αυτή των ενήλικων, δίνοντας επιπλέον υπόσταση στο σεξουαλικό βλέμμα προς τα παιδιά.

Λέμε «επιπλέον υπόσταση» γιατί η sexουαλικοποίηση του παιδικού σώματος βρίσκεται ήδη σε προχωρημένο σημείο. Η διαδικασία διαφαίνεται από την διάχυση μέσα στην εφηβική και παιδική ηλικία μιας έντονης σεξουαλικής κουλτούρας, κάτι που γίνεται ορατό κυρίως στο facebook. Επιπροσθέτως, αυτό που καθίσταται σαφές μέσα από μια προσεκτική ανάλυση, είναι πως στον όψιμο καπιταλισμό η παιδική σεξουαλικότητα μετατρέπεται σε αντικείμενο για την παραγωγή κέρδους και πως η διαδικασία αυτή εσωτερικεύεται από τα ίδια τα παιδιά/εφήβους. Η σύλληψη στην Θεσσαλονίκη του τύπου που φωτογράφιζε σε ερωτικές πόζες ανήλικες, κάποιες από τις οποίες ήταν κάτω των 15 ετών, πέρα από το επιχειρηματικό δαιμόνιο του εν λόγω κυρίου (που επιβεβαιώνει τα όσα προείπαμε), εγείρει το σοβαρό θέμα του πως τα ίδια τα κορίτσια μπορούσαν να δουν από μικρή ηλικία την ομορφιά τους και το ερωτικό τους σώμα ως αντικείμενο παραγωγής πλούτου. Αν και αυτό αφορά κυρίως τα μικρά κορίτσια, μπορούμε να διακρίνουμε αυτή την τάση και στα αγόρια.[4] 

Βρισκόμαστε στην εποχή το κύριο χαρακτηριστικό της οποίας κατά την Λακανική ψυχανάλυση είναι η κατάρρευση της συμβολικής λειτουργίας του Πατέρα, κάτι που επιφέρει την επιστροφή στον Αρχέγονο Πατέρα κατά τον Φρόυντ· έναν διεστραμμένο πατέρα που διεκδικεί τον έλεγχο πάνω στο σώμα των κοριτσιών του με διάφορους τρόπους. Η σταδιακή εκμετάλλευση της παιδικής/εφηβικής σεξουαλικότητας δεν περιορίζεται στην εκπόρνευση παιδιών σε χώρες της λεγόμενης περιφέρειας ή στις δεκατριάχρονες νιγηριανές στους δρόμους της Αθήνας πάνω στις οποίες εκτονώνουν τις σεξουαλικές τους ενορμήσεις αρκετοί συμπολίτες μας. Αντίθετα, έχει αρχίσει να χτυπάει την πόρτα των έως πρόσφατα φιλήσυχων και συντηρητικών στρωμάτων. Εμβληματική της τάσης για sexουαλικοποίηση της παιδικής ηλικίας και της εκμετάλλευσης της παραγόμενης sexουλικότητας, είναι η περίπτωση της Κριστίνα Πιμένοβα (βλ. φώτο), η οποία σε ηλικία εννέα (9) μόλις ετών κάνει καριέρα στο μόντελινγκ. Τα σχόλια τύπου «σέξυ πόδια» στις φωτογραφίες της στο facebook καταδεικνύουν την απροσχημάτιστη κατάρρευση των ορίων της παιδικής ηλικίας. Ο συνδυασμός της ερωτικής συναισθηματικής ωρίμανσης ή η επιτέλεση ωρίμανσης που παρατηρούμε σε προγράμματα όπως το music school μαζί με την sexουαλικοποίηση του παιδικού/εφηβικού σώματος που παρατηρείται γενικότερα, ανοίγει σταδιακά ένα νέο πεδίο καπιταλιστικής εκμετάλλευσης με τον όψιμο καπιταλισμό να πραγματώνει τη φράση «δουλειά δεν είχε ο διάολος, γαμούσε τα παιδιά του».

Τώρα που το music school κάνει το τοπίο της παιδικής εκμετάλλευσης πιο οικείο με τους περισσότερους να χαμογελούν πλέον ανέμελα και χωρίς ιδιαίτερο προβληματισμό μπροστά στο θέαμα της χαριτωμένων παιδιών, δεν θα εκπλαγεί κανένας όταν το MEGA θα παρουσιάσει κάποιο Next Top Model Kids ή Junior Next Top Model όπου μικρές Λολίτες θα ποζάρουν σε σέξι πόζες και θα λικνίζονται σε πασαρέλες, προωθώντας έτσι τον παιδικό προάγγελο της ιδανικής, σέξι και τεχνητά ευτυχισμένης ώριμης γυναίκας, όπως αυτή παρουσιάζεται στο κυρίαρχο star system.



Παιδική ηλικία και συναισθηματική εργασία

Μια άλλη διάσταση η οποία συνδέεται άμεσα με τη sexουαλικοποίηση της παιδικής ηλικίας και με την καλλιέργεια της ερωτικής συναισθηματικής ωριμότητας των παιδιών, είναι η παιδική (συναισθηματική) εργασία που προωθεί η εκπομπή. 

Σε κάθε επεισόδιο, οι δάσκαλοι-κριτές ζητούν από τα παιδιά να «βγάλουν» ένα κατάλληλο «συναίσθημα-εμπόρευμα» (μια «θετική συναισθηματικότητα»-«παιδικότητα»), το οποίο καλείται στη συνέχεια να «καταναλώσει» το κοινό και οι τηλεθεατές. Οι δάσκαλοι (σε ρόλο υπεύθυνου πρόσληψης σε εταιρία;) αξιολογούν τη συναισθηματική επιτέλεση των παιδιών λέγοντας συχνά πως το χαμόγελο/κέφι/συναίσθημα δεν ήταν όσο θα επιθυμούσαν.[5] Με αυτό τον τρόπο, τα παιδιά μαθαίνουν να εσωτερικεύουν τις εντολές και τις οδηγίες τους, ρυθμίζοντας ανάλογα τη συναισθηματική τους επιτέλεση.[6] Η «παράσταση» που καλούνται να δώσουν, αφορά ρητά την παραγωγή της κατάλληλης με το κάθε τραγούδι συναισθηματικής κατάστασης που θα εκδηλώνεται σε επίπεδο συμπεριφοράς ως «ανεμελιά», «χαλαρότητα» και «ωριμότητα») και κυρίως την επίδειξή της στους κριτές, στο κοινό και στους τηλεθεατές. Η ίδια η ζωή των παιδιών, το σύνολο της ύπαρξης τους γίνεται εργασία κι εμπόρευμα ταυτόχρονα, που εκμεταλλεύεται και πουλά το κανάλι.[7] 

Σε αντίθεση με τον σαφή διαχωρισμό εργασίας και κοινωνιακότητας-επικοινωνίας, την αυστηρή πειθάρχηση και τον «εξωτερικό» καταναγκασμό που χαρακτήριζαν το φορντικό εργοστάσιο, στο μεταφορντικό Music School η εξουσία λειτουργεί μέσω της χαλάρωσης των ορίων μεταξύ εργασίας και ζωής (εδώ, της ‘παιδικής ηλικίας’), και μέσω της αυτονομίας, της ελευθερίας και της κινητοποίησης ολόκληρης της ύπαρξης του υποκειμένου · μέσω μιας ‘χαρούμενης αυτο-εκμετάλλευσης’. Τα παιδιά-συναισθηματικοί εργάτες καλούνται –μέσα από ένα κλισέ λεξιλόγιο– να «απολαύσουν» την κάθε τους περφόρμανς, να «περάσουν καλά», να νιώσουν ή να «βγάλουν» χαρά, να «υπερβούν τα όριά τους» και να «δώσουν τον καλύτερό τους εαυτό». Τα στημένα σκετσάκια «περνάμε καλά», «χαράς», «παιδικής ανεμελιάς» και «χαζολογήματος» κατά τις πρόβες, τα κοντινά ζουμ της κάμερας στα πρόσωπα και στις εκφράσεις των παιδιών ή στα δάκρυα συγκίνησης των κριτών κατά την ώρα του τραγουδιού, οι αγκαλιές και οι ενθουσιώδεις αντιδράσεις των γονιών μετά το τραγούδι, αποτελούν βασικό στοιχείο της «συναισθηματικής κατάστασης-εμπορεύματος» της εκπομπής, κατασκευάζοντας επιδέξια αυτό που μας παρουσιάζεται ως «αυθόρμητο» και «γνήσιο».

Πέρα από τις όποιες τραγουδιστικές γνώσεις, αυτό που βασικά διδάσκει η εκπομπή είναι συγκεκριμένα μοτίβα συναισθηματικής επιτέλεσης και τρόπους διαμόρφωσης του εαυτού που βρίσκονται σε αντιστοιχία με τις απαιτήσεις της σύγχρονης αγοράς εργασίας. Το Music School εκπαιδεύει τόσο αυτούς που συμμετέχουν με τη φυσική τους παρουσία όσο και τους τηλεθεατές σε ένα νέο πρότυπο εργαζόμενου που βρίσκεται υπό διαμόρφωση. Ο εαυτός που καλούνται να διαμορφώσουν τα παιδιά σε κάθε «παράσταση-επιτέλεση» (performance), οφείλει να καλλιεργεί και να βελτιώνει ασταμάτητα τις δεξιότητες του, να χρησιμοποιεί τα συναισθήματά του για να προωθήσει τον εαυτό του ως εμπόρευμα και να ικανοποιήσει τους πελάτες, να «τα δίνει όλα», να αυξάνει την αποδοτικότητα και τις επιδόσεις του, να είναι ευέλικτος και διαρκώς εξελισσόμενος, χωρίς να αντιδρά στην εντατική του αξιολόγηση και στα πιεστικά έργα που του αναθέτουν (βλ. νέο πανεπιστήμιο/λύκειο/σχολείο κοκ).[8] 

Στο δρόμο που άνοιξαν δειλά-δειλά τα Stage και τα «κοινωφελή» πεντάμηνα του ΟΑΕΔ (και μας έκαναν απόλυτα σαφή οι πρόσφατες δηλώσεις Λοβέρδου για τους εθελοντές εκπαιδευτικούς), αυτό που μας παρουσιάζει η εκπομπή είναι ένας «ωφελούμενος» εργαζόμενος που όχι μόνο δουλεύει αδιαμαρτύρητα με ελάχιστο ή καθόλου μισθό, αλλά αντιλαμβάνεται την εργασία του ως «εθελοντισμό», ως εκμάθηση δεξιοτήτων και γνώσεων, σαν μια μορφή χάρης και αναγνώρισης που του κάνουν οι εκμεταλλευτές του. Στο Music School, η εργασία, από μισθωτή σχέση και μέσο βιοπορισμού, μετατρέπεται σε μια εξατομικευμένη συνθήκη που γίνεται σχεδόν αποκλειστικά για λόγους ευχαρίστησης ή «εμπειρίας».

Στο εργασιακό αυτό μοντέλο, η απλήρωτη εργασία (και κυρίως το να υιοθετεί κανείς και να εντείνει την ‘χαρούμενη αυτο-εκμετάλλευσή’ του) παρουσιάζεται ως «συσσώρευση εμπειρίας» που είναι «καλή για το βιογραφικό» ή ως κάτι που αυξάνει το ‘ατομικό κεφάλαιο’ και την «ανταγωνιστικότητα» του στην αγορά εργασίας (Λοβέρδος: μοριοδότηση, υπόσχεση μισθού και «κανονικής» πρόσληψης στο δημόσιο), (Music School: συσσώρευση ορατότητας, φήμης και «κεφαλαίου τραγουδιστή/τριας-celebrity» που υπόσχονται μια μελλοντική «καριέρα» στο τραγούδι ή στην τηλεόραση).[9] Αντί για μισθό, η ‘συμβολική αμοιβή’ αυτού του εργαζόμενου (χαρά, εκμάθηση δεξιοτήτων, απόκτηση εμπειρίας κτλ) πηγάζει από το να κάνει «χαρούμενους» και «ικανοποιημένους» εκείνους στους οποίους προσφέρει την «εθελοντική» εργασία του –δηλαδή, τόσο την επιχείρηση (MEGA) και τους managers-coachers της (δάσκαλους-αξιολογητές-εμψυχωτές) όσο και τους πελάτες-καταναλωτές της (κοινό, τηλεθεατές). Στόχος είναι η ‘ταύτιση εργαζομένου-επιχείρησης’ που μας διδάσκουν τα βιβλία μάνατζμεντ και οργανωσιακής ψυχολογίας ·οι επιθυμίες των εργατών πρέπει να ευθυγραμμίζονται και να προβλέπουν τις επιθυμίες της επιχείρησης (με την οποία υποτίθεται έχουν «κοινά» συμφέροντα), ώστε να είναι ήδη προσαρμοσμένες και σε συμφωνία με αυτή.[10]



Ανταγωνισμός, Εκμετάλλευση και Ψυχολογία

Το MEGA προσπαθεί εναγωνίως να αποκρύψει το ότι εκμεταλλεύεται παιδιά και τα ωθεί στον ανταγωνισμό, με το να τονίζει διαρκώς πως «κανείς δεν αποχωρεί», πως υπάρχουν μόνο θετικά σχόλια, ζεστοί κριτές και ένα «προστατευτικό κλίμα» ή μια «τρυφερή ατμόσφαιρα», στην οποία τα παιδιά «περνούν καλά» και «μαθαίνουν πράγματα». Ωστόσο, οι ψηφοφορίες του καναλιού που καλούν τους τηλεθεατές να διαλέξουν ποια παιδιά θα «νικήσουν» και θα «περάσουν στον τελικό» (λες και ποντάρουν σε άλογα κούρσας στον ιππόδρομο) μας δείχνουν μια άλλη εικόνα. Σε αυτή την κούρσα, φυσικά, όλοι ξέρουν και αναμένουν πως ο νικητής θα είναι ένας.


Αυτό που έχει βέβαια σημασία δεν είναι τόσο το γεγονός ότι ο νικητής θα είναι ένας, αλλά η προσπάθεια που γίνεται ώστε αυτό να μη φανεί, να δοθεί η εικόνα πως εδώ είμαστε όλοι ίσοι και περνάμε καλά, αυτή είναι η ιδεολογική λειτουργία του προγράμματος που αντανακλά το πέρασμα στον κόσμο των επιχειρήσεων από το «εδώ είμαστε όλοι μια οικογένεια» στο «εδώ είμαστε όλοι φίλοι», απλά κάποιος θα πάρει προαγωγή αλλά ας μην χαλάσουμε την ωραία ατμόσφαιρα, ας δούμε αυτήν τη νίκη/προαγωγή ως μέρος του παιχνιδιού. Η φήμη πως στο Music School χρησιμοποιούνται ψυχολόγοι που διασφαλίζουν πως τα παιδιά δεν θα βγουν τραυματισμένα από αυτή την διαδικασία είναι άκρως υποκριτική. Τα παιδιά γνωρίζουν καλά από το σχολείο και τις εξωσχολικές δραστηριότητες την κουλτούρα του ανταγωνισμού και έχουν «πληγωθεί» αρκετές φορές. Αυτό που στην ουσία καταδεικνύει η συμμετοχή των ψυχολόγων καθώς και η ψυχολογία με την οποία η παρουσιάστρια και οι κριτές τροφοδοτούν τα παιδιά, είναι η σημασία της ψυχολογίας για την παραγωγή της κατάλληλης ατμόσφαιρας και «ασφαλών» διεργασιών μέσα από τις οποίες η εκμετάλλευση παρουσιάζεται ως ένα όμορφο παιχνίδι.[11] 

Χρησιμοποιώντας μια ψυχολογική ορολογία και ερωτήσεις του στυλ «πως ένιωσες;» ή «είχες άγχος;», οι κριτές καλούν τα παιδιά να υιοθετήσουν ένα ψυχολογικό βλέμμα που λειτουργεί δικαιολογώντας την καταπίεση, την εκμετάλλευση και τις λογικές ανταγωνισμού. Αυτές μεταφράζονται έτσι σε όρους όπως ‘ανασφάλεια’, ‘συστολή’ ή ‘άγχος’, που το κάθε παιδί οφείλει να «βελτιώσει» και να «διαχειριστεί» ξεχωριστά, ως ένα «πρόβλημα» που είναι δικό του και ατομικό.[12] Αυτή η ψυχολογική γλώσσα ασκεί έντονη βία, καθώς μέσω αυτής πραγματοποιείται η έκθεση και η «αντικειμενοποίηση» του εαυτού, η εξονυχιστική αξιολόγηση-βαθμολόγηση της απόδοσης, της παραγωγικότητάς του και η επισήμανση των «ατελειών» που πρέπει να βελτιωθούν κάτω απ’ τα επιτηρητικά βλέμματα κριτών, κοινού και τηλεθεατών.

Για το ζήτημα του Music School, οι –λαλίστατοι για κάθε άλλο θέμα– ψυχολόγοι έχουν καταπιεί τις γλώσσες τους, πέρα από ελάχιστες περιπτώσεις (βλ. http://kerentzis.blogspot.gr/2014/06/the-voice-kids-music-school.html). Ωστόσο, το πρόβλημα με τις ψυχολογικού τύπου κριτικές είναι πως περιορίζονται σε ένα επίπεδο ‘ψυχολογικού τραύματος’ ή ‘κακοποίησης’, αναπαράγοντας παράλληλα μια πολύ προβληματική θυματοποίηση των παιδιών. Αντίθετα, εκείνο που χρειάζεται να προσέξουμε είναι οι μηχανισμοί εκμετάλλευσης και υποκειμενοποίησης-καθυπόταξης που διαπερνούν τη συγκεκριμένη εκπομπή, καθώς και το πώς ο μετασχηματισμός που συμβαίνει στον όψιμο καπιταλισμό στη συναισθηματική ωρίμανση των παιδιών –μετασχηματισμός που ενισχύεται τόσο μέσα από την τάση sexουαλικοποίησής τους όσο και από τη ‘συναισθηματική εργασία’ τους σε talent show όπως το Music School– συνδέεται με τη μετατροπή της ίδιας της παιδικής ηλικίας σε εμπόρευμα · σε αντικείμενο εκμετάλλευσης και παραγωγής κέρδους.




Το παραπάνω κείμενο είναι μια συλλογική προσπάθεια της ομάδας διαχείρισης της σελίδας του Δικτύου Κριτικής Ψυχολογίας, της ομάδας Δια-Τάραξη, της ανεξάρτητης Ομάδας Συνεργατικής Πρακτικής, καθώς και αρκετών ατόμων που έκαναν παρεμβάσεις και σχόλια στο κείμενο.

Δίκτυο Κριτικής Ψυχολογίας                    http://criticalpsy-net.blogspot.gr/

Ομάδα Δια-Τάραξη                                     http://dia-taraksi.blogspot.gr/

Ομάδα Συνεργατικής Πρακτικής             http://pomocriticaltherapy.wordpress.com/





[2] Αυτό είναι κάτι που εντοπίζεται σε πολλές από τις οδηγίες και σχόλια που δέχονται τα παιδιά από τους κριτές: «αρέσει στις γυναίκες…στη Ντορετα», «ο Εντμοντ θα ρίξει τις γυναίκες σαν τις μύγες», «βάλε το πιο κοριτσίστικο που έχεις..φουστίτσα», «κράτα την αγκαλίτσα… μην την κρατάς σα να πάτε για σουβλάκια. Ρομαντικά».

[3] Εδώ αξίζει να αναστοχαστούμε πάνω στο μαζικό ελληνικό τραγούδι και την κουλτούρα του, μια συναισθηματική πανούκλα και ερωτική μιζέρια που μεταδίδεται δυστυχώς σε όλο και πιο μικρές ηλικίες. Παρεμπιπτόντως, δεν είναι καθόλου περίεργο ότι αυτή η μιζέρια «κουμπώνει» μια χαρά με τη sexουαλικοποίηση του ενήλικου και παιδικού κόσμου. Η «sexουαλικοποίηση» δεν είναι παρά θεαματικοποίηση του σεξ που λειτουργεί μόνο σε συνθήκες στέρησης και μιζέριας, δεν μπορείς να κάνεις σεξουαλικό κάτι που από μόνο του είναι σεξουαλικό ούτως ή άλλως, μόνο να το καταστείλεις, να το ευτελίσεις και να το ελέγξεις δια της θεαματικής υπερέκθεσης. 

[4] Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα την περίπτωση του Brendan Jordan, ενός gay έφηβου που έγινε γνωστός από ένα video στο οποίο εμφανίζονταν να χορεύει, και «είχε την τύχη» να γίνει τόσο διάσημος ώστε να τον καλεί στην εκπομπή της η Queen Latifah, να του στέλνει μηνύματα η Lady Gaga και να συμμετέχει στην καμπάνια της American Apparel. Υπάρχει μία τάση όπου τα gay αγόρια  sexouαλικοποιούν όλη την υπόστασή τους με διάφορους τρόπους.

[5] «προκαλεί την καλή διάθεση», «να μας ανεβάσεις», «είσαι γεννημένος διασκεδαστής», «λίγο παραπάνω κέφι θα ήθελα», «θα ήθελα να χαμογελάς περισσότερο», «το χαμόγελο ήθελα να υπάρχει λίγο παραπάνω», «έβγαλες τα συναισθήματα που έπρεπε», «Μας ξεκούρασες. Σαν να έφυγε από πάνω μας η κούραση της ημέρας», «εκείνο που θέλω από σένα είναι να το χαρείς το τραγούδι», «να σε δει ο κόσμος να είσαι ευχάριστη, να μεταδίδεις ευχάριστα το τραγούδι», «θέλω να νιώθεις ότι εννοείς κάθε λέξη. Πρέπει να μπεις σε αυτό το ρόλο», «Ξέρεις τι μου έλειψε; Λίγο παραπάνω συναίσθημα. Λίγο παραπάνω πρέπει να το βάλεις στο κορμί σου».

[6] «για να φανεί ότι το νιώθω πρέπει να το δείξω στο πρόσωπο μου και ειδικά στα μάτια μου», «Μου είπε (το παιδί) πρέπει να θολώσω τα μάτια μου. Να τα κάνω να θολώσουν. Να μην βλέπω τον κόσμο», «θα πρέπει να χαλαρώσω έτσι ώστε να μπορέσω να το ζήσω μέσα μου», «πρέπει να βγάλω συναίσθημα. Να δουν πως το νιώθω», «Πρέπει να το αισθανθώ το τραγούδι».

[7] Πέρα από την ίδια την εκπομπή, ενδεικτικό του χυδαίου τρόπου με τον οποίο το MEGA εκμεταλλεύεται και εμπορευματοποιεί την ‘παιδικότητα’ είναι οι βρεφικές-νηπιακές φωτογραφίες των παιδιών που εμφανίζονται στην ιστοσελίδα του [http://www.megatv.com/themusicschool/default.asp?catid=36097], όσο και το ότι πάνω από τις μισές διαφημίσεις προϊόντων που προβάλλονται στα διαλείμματα του Music School στοχεύουν σε ένα παιδικό καταναλωτικό κοινό ή έχουν παιδιά πρωταγωνιστές.

[8] «εξέλιξη που έχεις…κάθε φορά καλύτερη», «άνοδο όσον αφορά την απόδοσή σου», «είμαι χαρούμενη για τη σημερινή σου απόδοση», «ένα παιδί με μεγάλη προοπτική για εξέλιξη», «Έδωσες τον καλύτερό σου εαυτό. Μπορείς να φτάσεις πολύ ψηλά», «Ενώ είναι τέλεια, συνεχώς βελτιώνεται».

[9] Πρόκειται για μια ψευδή υπόσχεση ευτυχίας για χάρη της οποίας τα παιδιά πρέπει να σφυρηλατηθούν στις εξοντωτικές πρόβες και στο αυστηρό πρόγραμμα και μέσα από την οποία νομιμοποιούνται αλλά και ηθικοποιούνται ο χρόνος και ο κόπος που αφιερώνουν.

[10] Κριτής: «Πώς αισθάνθηκες;» Παιδί: «Ωραία». Κριτής: «Κι εμείς αισθανθήκαμε ωραία…», Κριτής: «το απήλαυσα το τραγούδι και ελπίζω και εσύ. Αυτό έχει σημασία. Να απολαμβάνεις το τραγούδι». 

[11] Εδώ μπορούμε να σκεφτούμε πως η συστηματική πίεση που δέχονται τα παιδιά για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των κριτών αποκρύπτεται επιδέξια ή εμφανίζεται φευγαλέα κυρίως στη στιγμή της αξιολόγησης, της ανακοίνωσης του νικητή ή εκφράζεται έμμεσα με παράπονα για τη δυσκολία των κομματιών. 

[12] «ντροπαλή, πρέπει να αποβάλλει την ανασφάλεια και να πιστέψει περισσότερο στον εαυτό της», «να κάνεις πράγματα για να ξεπεράσεις τη συστολή», «έχεις άγχος παραπάνω από το κανονικό», «σίγουρη για τον εαυτό της. έχει αυτοπεποίθηση», «απέβαλλες το άγχος», «δεν πιστεύω να ‘χουμε άγχος», «ανέβηκες με σιγουριά, απέβαλες ανασφάλειες»,  «η καλύτερή σου φορά χωρίς αμφιβολία. επιτέλους ανέβηκες με σιγουριά».