4.3.15

Ενάντια και πέρα απ' τη ρητορική του (αντι)bullying



Ανδρέας Βατσινάς



Τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να κάνει την εμφάνισή της στην ελληνική πραγματικότητα μια τάση θεραπευτικοποίησης της εκπαίδευσης, η οποία αντανακλά ευρύτερες δυτικές τάσεις και θεσμοθετημένες κρατικές πολιτικές. Ορισμένα στοιχεία της είναι η εισαγωγή κοινωνικών λειτουργών και ψυχολόγων στα σχολεία ως μέρος των προγραμμάτων απασχόλησης ανέργων, η εμφάνιση σεμιναρίων, ομιλιών και διαλέξεων σε καθηγητές και δασκάλους για τη σημασία της διαχείρισης και της έκφρασης των συναισθημάτων, και γενικότερα μια έμφαση στη ‘ψυχική/συναισθηματική υγεία’ και ‘ευεξία’ των παιδιών. Οι μαθητές που θα μπουν στο σχολείο τα επόμενα χρόνια θα έρθουν σε επαφή με ένα πολύ διαφορετικό σώμα θεσμικών λογικών και πρακτικών από εκείνο που συναντούσαν μέχρι πρότινος. Οι αντιλήψεις περί «παιδιού» ή «μαθητή» παίρνουν σταδιακά μια πολύ πιο θεραπευτική και ψυχολογική τροχιά, οι επιπτώσεις της οποίας δεν έχουν γίνει ακόμα πλήρως αντιληπτές.[1]

Αναπόσπαστο μέρος αυτής της διαδικασίας θεραπευτικοποίησης είναι η –σχετικά πρόσφατη– ανάπτυξη του λόγου του εκφοβισμού (bullying) ως κυρίαρχου ερμηνευτικού πλαισίου των ενδοσχολικών συγκρούσεων και των σχέσεων εξουσίας. Διάφοροι οργανισμοί και θεσμοί όπως η ‘Εταιρεία Ψυχοκοινωνικής Υγείας του Παιδιού και του Εφήβου’, το ‘Παρατηρητήριο για την Πρόληψη της Σχολικής Βίας και του Εκφοβισμού’, το ‘Ευρωπαϊκό Δίκτυο κατά του Σχολικού Εκφοβισμού’, αρθρογράφοι στα ΜΜΕ, εκπαιδευτικοί, ψυχολόγοι, γονείς, μαθητές που ωθούνται σε δράσεις και τη δημιουργία βίντεο «ευαισθητοποίησης», τείνουν να αναπαράγουν ένα διάχυτο ηθικό πανικό και κινδυνολογία για τη ψυχική υγεία των παιδιών ή των νέων, κάνοντας λόγο για την εξάπλωση της «κοινωνικής μάστιγας» του bullying και της έξαρσης της βίας στα σχολεία. Ωστόσο, αντί να περιορίζεται στο χώρο της εκπαίδευσης, ο –ψυχολογικής προέλευσης– λόγος του bullying έχει ευρύτερες κοινωνικές επιπτώσεις, καθώς χρησιμοποιείται σταδιακά για τη νοηματοδότηση περιστατικών τα οποία μέχρι στιγμής γίνονταν αντιληπτά ως νεανική «παραβατικότητα» ή «βία» και βρίσκονταν σχεδόν αποκλειστικά στη σφαίρα δικαιοδοσίας του Νόμου (αστυνομία-δικαστήρια-εγκληματολογία). Ποιες συνθήκες οδήγησαν στο ξεδίπλωμα του λόγου περί (αντι)bullying και ποιες είναι οι αλλαγές που επιφέρει;




Η θεραπευτικοποίηση και η πολιτισμική αφήγηση του ‘ψυχολογικά τραυματισμένου θύματος’


Προκειμένου να αντιληφθούμε την ανάδυση του λόγου περί bullying, χρειάζεται να εξετάσουμε πολύ πρόχειρα κάποιες από τις ιστορικές καταβολές του. Από τις αρχές της δεκαετίας του ‘70 και μετά, μια σειρά κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών οδήγησαν σε μια πρωτοφανή διάδοση της ψυχολογικής-θεραπευτικής γλώσσας ως μοντέλου αντίληψης του εαυτού στις ύστερες καπιταλιστικές κοινωνίες. Η Illouz (2008) υποστηρίζει ότι η αυξανόμενη διάδοση του θεραπευτικού λόγου και η αύξηση της παθολογικοποίησης συνδέεται με την αγορά (π.χ. τα οικονομικά και επαγγελματικά συμφέροντα ψυχολόγων, ψυχιάτρων, επαγγελματιών ψυχικής υγείας, φαρμακοβιομηχανιών), με την ανάγκη του κράτους για νομιμοποίηση και κοινωνικό έλεγχο, αλλά και με διάφορα πολιτικά υποκείμενα που έθεσαν νέες διεκδικήσεις από το κράτος, χρησιμοποιώντας βασικές πολιτισμικές ιδέες της θεραπευτικής γλώσσας για να προωθήσουν τους αγώνες τους.

Κομβικής σημασίας για τη θεραπευτικοποίηση ήταν η ιδέα πως «όλοι οι πολίτες είχαν ίσα δικαιώματα σε μία υγιή ψυχή» (Illouz, 2008), η οποία χρησιμοποιήθηκε για να αναγνωριστεί η ψυχική οδύνη διαφόρων «ψυχολογικά τραυματισμένων» ανθρώπων (βετεράνων του Βιετνάμ, ψυχικά και σωματικά κακοποιημένων παιδιών και γυναικών) και να διεκδικηθεί πολιτισμική αναγνώριση, ψυχολογική και οικονομική αποζημίωση για εκείνους, καθώς και να γίνουν αλλαγές στις σχέσεις εξουσίας και στη νομοθεσία. Όπως δείχνουν η Illouz (2008) και ο McLaughlin (2012), η ψυχολογική γλώσσα εκτόπισε τους προγενέστερους, περισσότερο «συλλογικούς» τρόπους νοηματοδότησης ορισμένων κοινωνικών προβλημάτων και εμπότισε τη γλώσσα με την οποία εκφράζονταν οι πολιτικοί αγώνες. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι άρχισαν να βλέπουν τον εαυτό τους με μια γλώσσα ψυχολογικά τραυματισμένου «θύματος» ή «επιζώντα». Οι παραπάνω αντιλήψεις έγιναν μέρος μιας θεραπευτικής πολιτισμικής αφήγησης για τον εαυτό, η οποία επεκτάθηκε και σε άλλα πεδία (από παιδιά που έπεφταν θύματα εκφοβισμού στο σχολείο, εργαζόμενους που ήταν θύματα εκφοβισμού στο χώρο εργασίας και αντιλαμβάνονταν την εργασιακή εκμετάλλευση και επισφάλεια ως εξατομικευμένο άγχος, κατάθλιψη ή εργασιακή εξουθένωση που όφειλαν να διαχειριστούν, θύματα πολέμου που είχαν «ψυχικά τραύματα», μέχρι και στοιβαγμένους μετανάστες στα διάφορα κολαστήρια συγκέντρωσης ή ανέργους που χρειάζονταν πρωτίστως «ψυχολογική» βοήθεια).

Ενώ η θεραπευτικοποίηση έμοιαζε αρχικά να διαθέτει πολιτικά προοδευτικές διαστάσεις και υποσχόταν να αναδείξει και να αμφισβητήσει τις δομικές σχέσεις εξουσίας και εκμετάλλευσης (μέσα στην πατριαρχική οικογένεια, στο σχολείο, στην επιχείρηση, στον παραλογισμό του πολέμου, στη μεταναστευτική πολιτική, τη δομική ανεργία), ουσιαστικά μετατόπισε την κριτική από το πολιτικό στο ψυχολογικό πεδίο και γύρισε μπούμερανγκ, καθώς υιοθετήθηκε από και ενσωματώθηκε στις ίδιες εξουσιαστικές πρακτικές και θεσμούς που στόχευε να ανατρέψει. Αντί να αντιταχθεί στο θεσμοθετημένο σεξισμό και στην καταπίεση απέναντι σε ΛΟΑΤ ανθρώπους, στον άνισο καταμερισμό της εργασίας, στην εργασιακή αλλοτρίωση, επισφάλεια και εκμετάλλευση, στα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα που συνδέονταν με τους πολέμους, στη ρατσιστική μεταναστευτική πολιτική, στο επίκεντρο της έθεσε τον «ψυχολογικά τραυματισμένο» άνθρωπο-θύμα. Η θεραπευτική γλώσσα αφομοιώθηκε και προωθήθηκε με τόση επιτυχία από μια σειρά θεσμών, καθώς έμοιαζε να αμφισβητεί τις σχέσεις εξουσίας και να δίνει απαντήσεις σε κοινωνικο-πολιτικά ζητήματα, την ίδια στιγμή που τα έσπρωχνε κάτω απ’ το χαλί, μετατρέποντάς τα σε ατομικά ψυχολογικά ή συναισθηματικά προβλήματα που απαιτούσαν την αντίστοιχη υποστήριξη και παρέμβαση. Η ψυχολογική γλώσσα, απέχοντας πολύ από το να αμφισβητήσει τη δομική εκμετάλλευση, τις κοινωνικές ανισότητες και την ωμή βία της εξουσίας, έγινε απλώς το ήπιο θεραπευτικό δεκανίκι της, που παρουσίαζε εκείνους επί των οποίων ασκούταν ως ευάλωτους ή ελλειμματικούς ψυχισμούς, ως ψυχολογικά τραυματισμένα θύματα που χρειάζονταν «ψυχολογική βοήθεια». Ζητούμενο έγινε έτσι η (αυτο)θεραπεία του ψυχολογικά τραυματισμένου/ευάλωτου ατόμου ή η προστασία του μέσω της δημιουργίας αποστειρωμένων και ελεγχόμενων ζωνών ομιλίας, συμπεριφορών και σχέσεων, που δεν θα έθεταν σε κίνδυνο την εύθραυστη και ευάλωτη ύπαρξή του. 


Αυτή η θεραπευτική/ψυχολογική γλώσσα (και εξουσία) βρίσκει σύμφωνους ανθρώπους όλων των πολιτικών αποχρώσεων, από τα δεξιά μέχρι και τα αριστερά, τόσο δασκάλους όσο και γονείς, τόσο εργοδότες, εργαζόμενους και συνδικάτα, κυρίως λόγω της υπόσχεσής της πως θα προσφέρει διεξόδους σε σημαντικά κοινωνικοπολιτικά, εργασιακά και οικογενειακά ζητήματα. Η ομοφωνία αυτή οφείλεται, επίσης, στο ότι πολλοί/ές θεωρούν λανθασμένα την ψυχολογική/συναισθηματική σφαίρα και την «επιστημονική» της διαχείριση ως κάτι ανεξάρτητο και αυτόνομο από το πολιτικό και το κοινωνικό, και κάτι το ιδεολογικά ουδέτερο.



Η γλώσσα του bullying

Ο λόγος περί bullying που αναπτύχθηκε κατά τη δεκαετία του ’90 και άρχισε να εμφανίζεται στο ελληνικό συγκείμενο κυρίως τα τελευταία χρόνια ως ένα εισαγόμενο σώμα ψυχολογικής θεωρίας και ευρύτερης θεσμικής πρακτικής, είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τις παραπάνω τάσεις και μετασχηματισμούς. Ο συγκεκριμένος λόγος επικινδυνότητας προβληματοποιεί ένα μεγάλο εύρος συμπεριφορών, υπάγοντάς τες υπό την αυθεντία και την ειδημοσύνη της ψυχολογικής γνώσης. Επίσης, συνδέεται με διαδικασίες παθολογικοποίησης και ψυχολογικοποίησης της παιδικής/εφηβικής ηλικίας, που επιβάλλουν ένα γενικευμένο καθεστώς ελέγχου, επιτήρησης και κανονικοποίησης στο σχολικό πλαίσιο και ευρύτερα (βλ. Μπαϊρακτάρης, 2013· Παπαθανάσης, 2014).

Η ρευστότητα και η ασάφεια που χαρακτηρίζει τους ορισμούς του ‘bullying’ οδηγεί στο τσουβάλιασμα πολύ ανόμοιων φαινόμενων και συμπεριφορών κάτω από την ίδια ταμπέλα/κατηγορία, συσκοτίζοντας και καθιστώντας ασήμαντες τις ποιοτικά διαφορετικές προθέσεις, αιτίες και επιδιώξεις που χαρακτηρίζουν τις διάφορες μορφές συγκρούσεων, καβγάδων ή/και βίας. Αυτές ποικίλουν ανάλογα με το πλαίσιο, τις συλλογικές και προσωπικές ιστορίες και σχέσεις εξουσίας που διαπερνούν τους εκάστοτε δρώντες και την κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, και άρα χρειάζονται διαφορετικές –και κυρίως μη ψυχολογικές και ψυχοπαθολογικές– εξηγήσεις (π.χ. μικροπρακτικές γελοιοποίησης, πειραγμάτων ή προσβολής που αποτελούν μορφές αντίστασης σε σχέσεις καταπίεσης ή/και υπονόμευσης κυρίαρχων κανονιστικών προτύπων και ρόλων, έμφυλες και σεξουαλικοποιημένες μορφές επιθετικότητας και βίας, ένα πείραγμα για κάποιο χαρακτηριστικό όπως μεγάλη μύτη ή αυτιά, συγκρούσεις που πηγάζουν από τα προνόμια, το διαφορετικό γούστο και πολιτισμικούς αξιακούς κώδικες που συνδέονται με την ταξικότητα και τη φυλετικότητα, συγκρούσεις που απορρέουν από την ανταγωνιστική και ταξικά οργανωμένη εκπαιδευτική κουλτούρα που δημιουργεί ‘νικητές’ και ‘αποτυχημένους’, μορφές εξευτελισμού και ταπείνωσης που συνδέονται με κοινωνικές πρακτικές σεξισμού, καταπίεσης ΛΟΑΤ ανθρώπων ή ατόμων με αναπηρία).

Η αδυναμία του λόγου του bullying να διακρίνει τη διαφορετικότητα των παραπάνω περιπτώσεων και τη μη ψυχολογική τους φύση, δεν οδηγεί απλώς σε ένα τσουβάλιασμα, αλλά στη μετατροπή ορισμένων μορφών δομικής καταπίεσης (και των βαθύτερων κοινωνικών, ιστορικών και πολιτικών τους αιτιών) σε τίποτα περισσότερο από ένα υποκειμενικό βίωμα ψυχικής δυσφορίας, που γίνεται αντιληπτό αποκλειστικά σε μια εξατομικευμένη, ψυχολογική/συναισθηματική βάση ή/και ιατρικοποιείται ως συμπτώματα άγχους ή κατάθλιψης του ‘θύματος’. Εξίσου προβληματική είναι η αναγωγή των σχέσεων εξουσίας σε μια απολιτίκ και εξατομικευμένη «μη ανοχή στη διαφορετικότητα».

Συνέπεια της παραπάνω ψυχολογικής θεώρησης είναι η αφελής ιδέα πως οι δομικές σχέσεις καταπίεσης ή/και τα φαινόμενα βίας θα εξαλειφτούν μέσα από δράσεις «ευαισθητοποίησης» για το bullying που θα διδάξουν τα παιδιά και τους εφήβους να «σέβονται το διαφορετικό», να «είναι φίλοι» ή να σκέφτονται και να μιλούν σαν μικροί ψυχολόγοι· ψυχικά τραυματισμένα –ωστόσο ηρωικά– ‘θύματα/επιζώντες’[2] ή μετανοημένοι και γεμάτοι ενσυναίσθηση ‘θύτες’. Αντλώντας από την πολιτισμική αφήγηση του ψυχικά τραυματισμένου/ευάλωτου ατόμου, το ερμηνευτικό πλαίσιο του bullying οδηγεί σε μια αναπόφευκτη θυματοποίηση και ευαλωτότητα εκείνους που κατασκευάζει ως ‘θύματα’, ενώ παθολογικοποιεί αυτούς/ές που κατηγοριοποιεί ως ‘θύτες’ με έμφυλους, φυλετικά και ταξικά συγκεκριμένους τρόπους. Από τη μία, δημιουργείται ένα εύθραυστο υποκείμενο και μια κατάσταση στην οποία κάθε τι που μπορεί να διαταράσσει αυτή την ευθραυστότητα, αποτελεί bullying. Από την άλλη, συμπεριφορές που μέχρι στιγμής γίνονταν αντιληπτές στον καθημερινό λόγο ως ένα ζήτημα ευγένειας ή πειράγματος, ψυχο(παθο)λογικοποιούνται (δεν είσαι πλέον ‘άξεστος’, ‘αγενής’ ή ‘πειραχτήρι’, αλλά ‘bully’).


Καθώς ο λόγος του bullying ανάγει κοινωνικοπολιτικές διαδικασίες σε ατομικές αλληλεπιδράσεις –που παρουσιάζονται ως σχέσεις μεταξύ προκατασκευασμένων ταυτοτήτων ‘θύτη’ και ‘θύματος’ και «εξηγούνται» με βάση κάποια υποτιθέμενα ψυχολογικά χαρακτηριστικά τους (π.χ. χαμηλή ή υψηλή αυτοεκτίμηση, εσωστρέφεια ή εξωστρέφεια, έλλειψη ενσυναίσθησης, συναισθηματική ανωριμότητα, ανασφάλειες, αυταρχική ή αντικοινωνική προσωπικότητα, επιθετικότητα κοκ) ή την οικογενειακή ανατροφή τους– καθιστά αόρατες τις σχέσεις εξουσίας και τις ευρύτερες θεσμοθετημένες πρακτικές που διαπερνούν αυτές τις διαδικασίες. Έτσι, καταλήγει να συμβάλλει στην παγίωση και ενίσχυση των σχέσεων εξουσίας και δομικής καταπίεσης που μοιάζει να αμφισβητεί και να υπονομεύει.[3]

Ας δούμε μερικά παραδείγματα. Η είδηση πως ο Sergei Casper, ένας μαθητής στη Ρωσία, βρήκε φριχτό θάνατο κατά τον βασανισμό από τους συμμαθητές του, περιγράφτηκε ως περιστατικό bullying. Αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο όχι μόνο καθιστά ανεξήγητα και ασήμαντα τα αίτια του συγκεκριμένου περιστατικού[4], αλλά αποπολιτικοποιεί και συγκαλύπτει άμεσα την κοινωνικοπολιτική και πολιτισμική τους διάσταση. Η παραπάνω επίθεση φαντάζει ακατανόητη αν δεν ληφθεί υπόψη το πατριαρχικό και θεσμικά καταπιεστικό για τα ΛΟΑΤ άτομα πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί στη Ρωσία κατά τα τελευταία χρόνια. Ενδεικτικά αυτού του πλαισίου είναι όχι μόνο οι αντι-γκέι νόμοι του Πούτιν, αλλά και μια σειρά επιθέσεων, περιστατικών βασανισμού, βιασμού και δολοφονιών ομοφυλόφιλων, που ανέχεται –αν δεν στηρίζει ενεργά– σημαντικό μέρος της ρώσικης κοινωνίας.

Έτσι, το περιστατικό αυτό δεν αποτελεί κάποια απρόσμενη παθολογική περίπτωση ‘bullying’ που οφείλεται στην «ψυχολογία» των ‘θυτών’ ή του ‘θύματος’, αλλά ένα «φυσιολογικό» τελετουργικό επιβολής της ηγεμονικής αρρενωπότητας σε εκείνες που θεωρούνται υποδεέστερες εντός ενός έντονα πατριαρχικού και ομοφοβικού πλαισίου (βασική αιτία ήταν η αγάπη του για τις τέχνες και η επιθυμία του να δίνει παραστάσεις). Η ανεξήγητη «αδιαφορία» της καθηγήτριας που βρισκόταν μπροστά στο περιστατικό, δείχνει αν όχι τη συμμόρφωσή της με το συγκεκριμένο φαλλοκρατικό πλαίσιο, τότε τουλάχιστον την ανοχή της απέναντι σε αυτό. Αντίστοιχα, στην πρόσφατη υπόθεση του Βαγγέλη Γιακουμάκη που πήρε πρωτοφανή δημοσιότητα, τα αίτια δεν πρέπει να αποδίδονται σε κάποια υποτιθέμενη ψυχοπαθολογία των ‘θυτών’ ή στα ψυχολογικά χαρακτηριστικά του ‘θύματος’, αλλά στη θεσμοθετημένη επιβολή μιας ορισμένης μάτσο αρρενωπότητας, με τους διάφορους εξευτελισμούς και καψώνια να συνοδεύονται από την παρότρυνση των κρητικών συγκατοίκων του: «να δείχνεις και να φέρεσαι σαν Κρητικός. Να είσαι σκληρός άνδρας, όπως όλοι οι συντοπίτες σου».

Στις παραπάνω περιπτώσεις (όπως και σε πολύ διαφορετικές περιπτώσεις) ο λόγος του bullying μας επιτρέπει να νοηματοδοτήσουμε διάφορα φαινόμενα και να μιλήσουμε γι' αυτά, εγκλωβίζοντας όμως τη σκέψη μας σε ένα επιφανειακό επίπεδο ψυχολογίας, ψυχοπαθολογίας ή προβληματικής οικογενειακής ανατροφής, με αποτέλεσμα να παραβλέπουμε τις βαθύτερες κοινωνικοπολιτικές και πολιτισμικές τους διαστάσεις καθώς και τις σχέσεις εξουσίας που διαπλέκονται με αυτά.    




Βιβλιογραφία


Brunila, K. (2012a). From Risk to Resilience: The therapeutic ethos in youth education. Education Inquiry, 3(3): 451-464.

Brunila, K. (2012b). A diminished self: Entrepreneurial and therapeutic ethos working with the same aim. European Educational Research Journal, 11(4): 477-486.

Coppock, V. (2011). Liberating the Mind or Governing the Soul? Psychotherapeutic Education, Children’s Rights and the Disciplinary State. Education Inquiry, 2(3): 385-399.

Illouz, E. (2008). Saving the modern soul. Berkeley: University of California Press.

Ecclestone, K., Hayes, D. (2008). The Dangerous Rise of Therapeutic Education. London: Routledge.

McLaughlin, K. (2012). Surviving identity. Vulnerability and the psychology of recognition. London & New York: Routledge.

Μπαϊρακτάρης, Κ. (2013). Ο εκφοβισμός στα σχολεία και η βία της φτώχειας. Εφημερίδα των Συντακτών, 1 Σεπτεμβρίου http://archive.efsyn.gr/?p=102200

Παπαθανάσης, Λ. (2014). Η κατασκευή της «ενδοσχολικής βίας». Ανακτήθηκε από https://lefterisp.wordpress.com/2014/12/11/v/ 

Ringrose, J., Renold, Ε. (2010). Normative cruelties and gender deviants: The performative effects of bully discourses for girls and boys in school. British Educational Research Journal, 36(4): 573-96.



Η δεύτερη και η τρίτη φωτογραφία είναι των Vianh Kiet και Steve Schlackman, αντίστοιχα.


[1] Για κριτικές αυτού που έχει ονομαστεί ‘θεραπευτικό έθος’ στην εκπαίδευση ή ‘θεραπευτική εκπαίδευση’, βλ. Ecclestone & Hayes (2008), Brunila (2012a), Coppock (2011). Για τη σχέση του θεραπευτικού έθους με ένα νεοφιλελεύθερο επιχειρηματικό έθος, βλ. Brunila (2012b).  
[2] Χαρακτηριστική είναι εδώ η δήθεν χειραφετητική παρακίνηση «μίλα, μη φοβάσαι».
[3] Όπως δείχνουν οι Ringrose & Renold (2010), ο λόγος του bullying και ο υπεραπλουστευτικός του δυισμός ‘θύτη/θύματος’ αντλούν από και διαιωνίζουν ιεραρχικές έμφυλες σχέσεις και πρότυπα, επιβάλλοντας κανονιστικά ιδανικά αρρενωπότητας και θηλυκότητας.
[4] Υπάρχει μια πολύ προβληματική κυκλικότητα και ταυτολογία στον λόγο του bullying, σύμφωνα με την οποία το ‘bullying’ παρουσιάζεται τόσο ως η αιτία/«εξήγηση» όσο και το όνομα του υπό περιγραφή φαινομένου.

24.2.15

Κριτικά Σχόλια με αφορμή το σεμινάριο για τον «ρόλο του φόβου στην παράνοια»




Την προηγούμενη Παρασκευή και Σάββατο πραγματοποιήθηκε ένα σεμινάριο με τίτλο «Ο ρόλος του φόβου στην παράνοια & Ξεκινώντας και στηρίζοντας μια ομάδα αυτοβοήθειας για ανθρώπους με ασυνήθιστες πεποιθήσεις». Το σεμινάριο διοργάνωσε το δίκτυο ‘Ακούγοντας Φωνές’, ενώ βασικοί ομιλητές ήταν οι Peter Bullimore και Shaun Hunt του National Paranoia Network της Βρετανίας. Παρακολουθήσαμε αυτό το σεμινάριο που ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία ενημέρωσης για την «παράνοια» και τις «φωνές». Στο κείμενο αυτό παραθέτουμε μερικά κριτικά σχόλια τα οποία έχουν ως στόχο να ανοίξουν μικρές ρωγμές για σκέψη, αφού τα ζητήματα των «φωνών» και της «παράνοιας» καταδεικνύουν τη δόμηση και διάρθρωση της σκέψης μέσα σε ταξικά καθεστώτα ελέγχου και επιτήρησης, και άρα είναι θέμα όλων μας. Η «παράνοια» και ο φόβος που την συνοδεύει επιτρέπει την οργανική σύνδεση του «παρανοϊκού» με τον «φυσιολογικό» πάνω σε ένα συνεχές κοινωνικής σκέψης, ενώ συμβάλλει επίσης στην κατάργηση αυτής της διαχωριστικής γραμμής.

Αυτό το συγκεκριμένο σημείο πιστεύουμε πως απουσίαζε από το σεμινάριο. Αντίθετα, δόθηκε υπερβολική έμφαση σε μια κεντρομόλο, ατομοκεντρική προσέγγιση η οποία εστίαζε στην τραυματική εμπειρία των ασθενών –που διατυπωνόταν εξολοκλήρου ως «κακοποίηση στην παιδική ηλικία»– με τις «παρανοϊκές» σκέψεις να αντιμετωπίζονται ως συμβολοποιήσεις ενός υποβόσκοντος τραύματος κι όχι ως αναπαραγωγή ευρύτερων κοινωνικών λογικών. Αν όμως πρόκειται για συμβολοποιήσεις, τότε γιατί ο φόβος της ‘αρπαγής από εξωγήινους’ να μην είναι μια συμβολοποίηση του φόβου της αλλοτρίωσης/απαλλοτρίωσης του σώματος στο πλαίσιο ταξικών κοινωνιών ελέγχου και επιτήρησης ή/και θεσμοθετημένης παράνοιας; Στις ερωτήσεις του κοινού για το τι γίνεται όταν δεν υπάρχει ένα τέτοιο τραύμα, οι απαντήσεις των ομιλητών δεν ήταν καθόλου κατατοπιστικές, ενώ φανέρωναν την απουσία ενός ευρύτερου μη ψυχολογικού θεωρητικού πλαισίου.

Η απουσία μιας κριτικής και ριζοσπαστικής θεώρησης γινόταν εμφανής σε κάθε στάδιο του σεμιναρίου. Ο Shaun Hunt (αλλά και ο Peter Bullimore), ο οποίος αναφέρθηκε διεξοδικά στην δική του ατομική εμπειρία με τις φωνές, την παράνοια και το ψυχιατρικό σύστημα της Βρετανίας, προσπαθώντας να αποσείσει την ταυτο-ποιησή του, τον καθορισμό του ως «παρανοϊκού» από τον ψυχιατρικό λόγο, μετέφερε τις συντεταγμένες του ‘ποιος είναι’ στον γάμο, στα παιδιά και στο ότι εργάζεται σε μια κρατική υπηρεσία. Είναι κατανοητή η σημασία που μπορεί να έχει για έναν άνθρωπο που έχει βιώσει αποκλεισμό το να μπορεί να βιοπορίζεται. Είναι όμως διαφορετική η βιοποριστική διάσταση από την συντηρητική αναπαραγωγή του γάμου και της μισθωτής σκλαβιάς ως συνθηκών που ορίζουν το «ποιος είμαι» και ως προσομοίωσης ή και επίτευξης της φυσιολογικότητας. Αυτό που έμοιαζε να λέει ο Shaun ήταν «κοιτάξτε με, είμαι φυσιολογικός, παντρεύτηκα και έχω δουλειά», χωρίς να δίνει κανένα εργαλείο σε εκείνους που μπορεί να μην παντρευτούν ποτέ και που μπορεί (ειδικά στην Ελλάδα) να μην δουλέψουν ποτέ, ώστε να μπορούν να ορίζονται διαφορετικά. Αντίθετα, δημιουργούσε τις συνθήκες για μια νέα παθολογικοποίηση εκείνων που δεν κατάφερναν να επιτύχουν τα παραπάνω. Η τοποθέτησή του δεν διεκδικούσε έναν χώρο ελευθερίας και διαφορετικότητας, συμβάλλοντας έτσι στη διεύρυνση της γεωγραφίας του «φυσιολογικού». Αντίθετα, απελευθέρωνε το άτομο από την εξουσία της ψυχιατρικής για να το εντάξει χωρίς μια ιδιαίτερη πολιτική ματιά μέσα σε μια ασφυκτική φυσιολογικότητα ορισμένη από τις συντεταγμένες εργασία-οικογένεια.

Η απουσία της πολιτικής διάστασης έγινε επίσης σαφής και από την συγκεχυμένη χρήση των λέξεων «ενδυνάμωση» και «εμψύχωση», με τις δύο λέξεις να χρησιμοποιούνται εκ περιτροπής, χωρίς καμία διάκριση και συγκεκριμένο περιεχόμενο και με την ‘ενδυνάμωση’ να μην αποκτά πολιτικό χαρακτήρα αλλά να καταρρέει μέσα σε μια ψυχολογιοποιημένη έννοια ‘εμψύχωσης’ (ατομικής ή ομαδικής). Δεν επρόκειτο για κάποια μεταφραστική αδυναμία. Ήταν η απουσία πλαισίου των ομιλητών που επέτρεπε στην έννοια της ‘ενδυνάμωσης’ να είναι αρκετά ρευστή και στην καλύτερη περίπτωση να αποκτά εμμέσως περιεχόμενο ως ‘απόρριψη του ψυχιατρικού λόγου’. Πιστεύουμε πως αυτή η χαλαρή χρήση εννοιών αντανακλάται και στην διακήρυξη του συνεδρίου της Θεσσαλονίκης όπου αναφέρεται πως διεκδικείται «ένας λόγος απλός και βιωματικός που θα περιγράφει τις εμπειρίες μας χωρίς ταμπέλες και διαγνώσεις». Η φράση αυτή υπονοεί πως υπάρχει ένας λόγος απλός και απαλλαγμένος από ιδεολογικά φορτία που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εκφράσει μια αληθινή εμπειρία. Δυστυχώς, ένας τέτοιος λόγος δεν υπάρχει και συνήθως αυτό που θεωρείται ως απλός λόγος δεν είναι τίποτ’ άλλο από τον λόγο της εκλαϊκευμένης ψυχολογίας που κατέχει κυρίαρχη πλέον θέση μέσα στο καθημερινό ρηματικό πεδίο.

Ένα τελευταίο σχόλιο (το οποίο θα προεκτείνουμε πέρα από το σεμινάριο), αφορά αυτό που εμείς κατανοούμε ως διαδικασία ‘αισθητικοποίησης’ των προβλημάτων αυτού του είδους και το οποίο συνδέεται με την προαναφερθείσα απουσία πολιτικού θεωρητικού πλαισίου. Πολλά εγχειρήματα στην προσπάθεια τους να αποδομήσουν τον ψυχιατρικό λόγο και να πολεμήσουν την ψυχιατρικοποίηση –και αδυνατώντας να κάνουν μια μετάβαση στην πολιτικοποίηση της ψυχοπαθολογίας– μένουν εγκλωβισμένα σε μια συνθήκη ‘αισθητικοποίησης’ ή ‘ωραιοποίησης’ της γλώσσας με την οποία αποδίδεται ή «ψυχοπαθολογία» ή/και των περιθωριοποιημένων και ευάλωτων ομάδων. Αυτή η τάση διαφαίνεται ακόμη και στον τίτλο του σεμιναρίου, όπου προκειμένου να αποφευχθεί ο ψυχιατρικός όρος «παρανοϊκές» σκέψεις, χρησιμοποιείται ο αισθητικοποιημένος/ωραιοποιημένος όρος «ασυνήθιστες πεποιθήσεις». Τι ακριβώς όμως σημαίνει «ασυνήθιστες πεποιθήσεις»; Πρώτον, ο όρος αυτός μεταφέρει την ανάλυση στο επίπεδο του συνηθισμένου/ασυνήθιστου και δεύτερον, με την χρήση της λέξης ‘πεποίθηση’, αποκόπτει τις σκέψεις από την οργανική τους σχέση με το κοινωνικό/πολιτικό, αποδίδοντάς τες ως προσωπικές.

Η αισθητικοποίηση κάποιων όρων και ομάδων προσφέρει συχνά την ψευδαίσθηση ενός ασφαλούς χώρου ανάμεσα στις συμπληγάδες της ψυχιατρικοποίησης/ψυχολογιοποίησης (η οποία θα παρέδιδε το άτομο αυτό βορά στις εν λόγω επιστήμες) και στην πολιτικοποίηση της «ψυχοπαθολογίας» σε όλες της τις διαστάσεις –και της αιτιολογίας και του περιεχομένου της καθ’ αυτού. Ειδικά στην δεύτερη περίπτωση, η αντιμετώπιση με μη πολιτικούς όρους των «ασυνήθιστων πεποιθήσεων», εξυπηρετεί μεταξύ άλλων την αποφυγή των δυσκολιών που μπορεί να προκύψουν, όπως για παράδειγμα όταν βρεθούμε μπροστά σε κάποιον που έχει παρανοϊκές σκέψεις και συντάσσεται απερίφραστα με τη Χρυσή Αυγή (κάτι καθόλου σπάνιο). Σε μια τέτοια περίπτωση, ο όρος «ασυνήθιστες πεποιθήσεις» αισθητικοποιεί/ωραιοποιεί τις φασιστικές ιδέες και τις συγκαλύπτει. Έτσι, σε τέτοια εγχειρήματα, διατηρείται υπόρρητα μια ψυχιατρική/ψυχολογική αντίληψη για την «παράνοια». Θεωρείται, δηλαδή, έμμεσα πως το άτομο αυτό είναι ασθενής και πως αυτό που έχει σημασία είναι να διαχειρίζεται τις φωνές του, κι όχι η πολιτική του θέση ή το περιεχόμενο αυτών των σκέψεων. Υπάρχει δηλαδή μια αντίφαση: από τη μία επιδιώκεται το να αντιμετωπίζονται οι «πάσχοντες» ως φυσιολογικοί, ενώ από την άλλη οι πολιτικές τους θέσεις αγνοούνται με την σιωπηλή πεποίθηση πως δεν πρόκειται για φυσιολογικούς ανθρώπους. Η αποκλειστική εστίαση των ομιλητών του σεμιναρίου σε περιπτώσεις με τραυματική εμπειρία παιδικής κακοποίησης δεν έδωσε ευκαιρία για την συζήτηση τέτοιων θεμάτων. Τα θέματα αυτά είναι πολύ σημαντικά, ειδικά αν σκεφτούμε πως στη διακήρυξη του διεθνούς συνεδρίου του ‘δικτύου ακούω φωνές’ στη Θεσσαλονίκη αναφέρεται ρητά πως πρόκειται για ένα πολιτικό κίνημα που επιδιώκει την διασύνδεσή του με άλλα κινήματα.

Η τάση για αισθητικοποίηση μετατρέπεται σε πανδημία στον κόσμο των πολιτικά προοδευτικά ψυχολόγων και κοινωνικών επιστημόνων. Κι όχι μόνο: στην τέχνη για παράδειγμα, η επιλογή ενός politically correct «κοινωνικού θέματος» επιτρέπει σε πολλούς καλλιτέχνες να ισχυρίζονται πως κάνουν πολιτική τέχνη ή πως πολιτικοποιούν την τέχνη. Στην ουσία όμως αυτό που κάνουν δεν είναι άλλο από το να αισθητικοποιούν την πολιτική (όλοι έχουμε δει καλλιτεχνικές φωτογραφίες με θέματα που ξεκινούν από την βομβαρδισμένη Παλαιστίνη και τις εργάτριες του σεξ σε κάποια ασιατική χώρα μέχρι τους ψυχικά πάσχοντες στην Αφρική, οι οποίες αισθητικοποιούν τη φρίκη), ένα στοιχείο που ο Walter Benjamin είχε εντοπίσει στον λόγο του φασισμού! Το ίδιο συμβαίνει και με διάφορα ψ-εγχειρήματα, στα οποία οι προοδευτικές πολιτικές ιδέες εκφράζονται αποκλειστικά ως επιλογή (ενός αισθητικοποιημένου) αντικειμένου προς ενασχόληση (άστεγοι, άνεργοι, μετανάστες, κακοποιημένες γυναίκες, άτομα με εξαρτήσεις κτλ), και χωρίς άλλο θεωρητικό πλαίσιο από την κυρίαρχη ψυχολογία, σε όλες της τις εκφάνσεις και παραλλαγές. Υπάρχει μια υπόρρητη αντίληψη πως η επιλογή μιας περιθωριοποιημένης ή ευάλωτης ομάδας είναι από μόνη της αρκετή για να εκφραστεί μια πολιτική θέση και για να καθησυχάσει ο κοινωνικά ευαίσθητος ψυχολόγος τη συνείδηση του. Πρόκειται για έναν αφελή ακτιβισμό που αισθητικοποιεί περιθωριακές και ευάλωτες ομάδες, ανάγει συχνά σε φετίχ την αυτοοργάνωση, εξιδανικεύει μια καρικατούρα του «εμείς» και αναπαράγει τελικά μια άκρως συντηρητική ψυχολογία που είναι ενδεδυμένη ως πολιτικοποιημένη παρέμβαση και διανθισμένη με μπόλικο προοδευτικό αερολογείν. Ακραίο αλλά ενδεικτικό είναι το παράδειγμα κάποιων προοδευτικών ψυχολόγων κατά την απεργία πείνας των μεταναστών από την Κρήτη στο κτίριο της Υπατίας, οι οποίοι έφτασαν στο σημείο να θέλουν να πάρουν ιστορικό από τους μετανάστες, αναπαράγοντας με αυτοματισμό την ψυχολογία όπως την είχαν μάθει στο πανεπιστήμιο ή στην εκπαίδευσή τους και πιστεύοντας πως η ψυχολογία αυτή είχε κάποια θέση εκεί.



4.2.15



Ψυχολογία από τα κάτω 

Κάλεσμα για την δημιουργία Ομάδας Κριτικής Ψυχολογίας


Η ψυχολογία, όπως νοηματοδοτείται και ασκείται στην πλειοψηφία της, καθιερωμένη πλέον σαν είδος επιστήμης, όχι μόνο δεν έκανε κάποια διαφορά, αλλά οδήγησε το άτομο σε μια επίπλαστη αίσθηση ανεπάρκειας. Με διάφορα μότο όπως «όλα θα πάνε καλά αρκεί να αλλάξεις εσύ ο ίδιος μέσα σου» άφησε έξω την κοινωνική και πολιτική διάσταση του θέματος της ψυχικής υγείας. Η ψυχολογία, ακαδημαϊκή και θεραπευτική, όχι μόνο απέτυχε παταγωδώς στο να συμβάλει να κάνει τον κόσμο ένα καλύτερο μέρος, αλλά έκανε και ό,τι μπορούσε για να τον κάνει χειρότερο, και συνεχίζει να κάνει ό,τι μπορεί για να τον κρατήσει ως έχει. Αυτό είναι το αφετηριακό σημείο για την δημιουργία μιας ομάδας Κριτικής Ψυχολογίας.

Οι καθηγητές στην πλειοψηφία τους, πιστοί οπαδοί του DSM μας μαθαίνουν να κατηγοριοποιούμε παιδιά, εφήβους και ενήλικες σε φυσιολογικούς και μη. Και να κάνουμε στόχο της ζωής μας, να μετατρέψουμε το «παθολογικό» σε αποδοτικό, σε αυτόν που θα μπορεί να εργάζεται, να κοινωνικοποιείται και να κάνει παιδιά, δηλαδή στον υποτακτικό πολίτη. Μερικοί από τους ακαδημαϊκούς αποτελούν εξαιρέσεις, προσδιορίζοντας την ψυχολογία με μία πιο κοινωνική προσέγγιση, καταλήγουν όμως λόγω των πάσης φύσεως «ελλιπών» κινήτρων να απορρίπτονται από την πλειοψηφία των φοιτητών με φράσεις του τύπου: «Η κοινωνία δεν είναι ψυχολογία. Εγώ ήρθα να γίνω σοβαρός επιστήμονας, όχι να φιλοσοφώ».

Φυσικά, μια τέτοια ακαδημαϊκή κοινότητα κάνει ό,τι μπορεί για να κρατήσει τις ριζοσπαστικές, αντίθετες προς την κυρίαρχη ψυχολογία αντιλήψεις μακριά από τις πανεπιστημιακές αίθουσες, στερώντας μας έναν ολόκληρο τρόπο σκέψης και ανάπτυξης, μια πιθανή πορεία της επιστήμης μας. Μας καταρτίζουν για να βγούμε και να προσφέρουμε τις ψυχολογικές μας υπηρεσίες στην νεοφιλελεύθερη εκμετάλλευση, μας μαθαίνουν να σκεφτόμαστε μονοδάστατα, μας εκπαιδεύουν στην προσαρμογή. Έτσι, η αμφισβήτηση εμφανίζεται ως πολυτέλεια και οτιδήποτε νεόφερτο από το εξωτερικό –«εκεί που όλα λειτουργούν ρολόι, κυρίως οι αίθουσες διδασκαλίας»– είναι αυτομάτως αμάσητη τροφή για κατανάλωση. Όπως ακριβώς και τα τσιτάτα της πλειοψηφίας των πολιτικών παρατάξεων που τις περισσότερες φορές αντί να τολμήσουν να οραματιστούν ένα διαφορετικό ρόλο του κλάδου τους, παραμένουν –στην καλύτερη– στις ειπωμένες από τη Ρωσική Επανάσταση υποδείξεις.

Το να έχεις το δικαίωμα να αμφισβητήσεις τη γνώση που σου δίνεται θα πρέπει να είναι ο κανόνας κι όχι μία σπάνια εξαίρεση. Κουραστήκαμε με τις έρευνες που αναρωτιούνται πόσο ευτυχισμένοι ή δυστυχισμένοι ήμασταν τον τελευταίο μήνα, τη στιγμή που τα τελευταία χρόνια Πανελλαδικά εφαρμόζεται το σχέδιο Ψυχαργώς, κλείνοντας τα ψυχιατρεία, χωρίς να ακούγεται απολύτως τίποτα. Κουραστήκαμε να ακούμε πως δεν είμαστε κοινωνικοί επιστήμονες και πως ό,τι επιχειρεί να πάει κόντρα στην υποταγή είναι στείρος ιδεαλισμός. Θέλουμε να φτιάξουμε άλλες μεθοδολογίες που δεν θα χωρούν τον κόσμο μέσα σε κουτάκια, αλλά θα τον αποκαλύπτουν ως αυτό που είναι: ένα πεδίο συγκρούσεων και ταξικών ανισοτήτων, ένα πλέγμα αντιφατικών νοημάτων και εννοιών, ένα ανοιχτό πεδίο για δράση και αλλαγή.

Η Ομάδα Κριτικής Ψυχολογίας δεν θα αποτελεί ανοιχτή δομή όπου ο καθένας θα μπορεί να επισκέπτεται και να συμμετέχει περιστασιακά αφού κάτι τέτοιο θα καθιστούσε αδύνατη την συστηματική και εις βάθος διερεύνηση στην οποία στοχεύουν. Ο αριθμός των 10 ατόμων έχει κριθεί ικανοποιητικός, έπειτα από συζήτηση και πειραματισμό, τόσο για την δημιουργία μιας οργανικής ζώνης συζήτησης/ανάπτυξης όσο και για την επιτυχή και ασφαλή παρέμβαση/δράση.

Η ομάδα αποτελεί μια πειραματική δομή στην οποία θα γίνει μια προσπάθεια προσέγγισης μιας νέας ψυχοκοινωνικής παρέμβασης και με έμφαση στην από-ψυχολογιοποίηση και πολιτικοποίηση του «ψυχολογικού προβλήματος» ή των «αδυναμιών» και των ίδιων του των μελών. Δεν πρόκειται για μία ακόμη διαδικασία αστικής αυτογνωσίας όπως διαφημίζεται στα διάφορα σεμινάρια που πληθαίνουν μέσα στην κρίση. Στόχος μας είναι η πολιτικοποίηση  της παραγωγής του ψυχισμού και η κατανόηση του προβλήματος ως εξατομικευμένη διάσταση σύνθετων σχέσεων εξουσίας και συνθηκών μέσα στις καπιταλιστικές κοινωνίες –με τον τρόπο αυτόν, επιτυγχάνουμε μία κριτική σύζευξη του ατομικού με το κοινωνικό και προωθούμε διεργασίες ατομικής και κοινωνικής χειραφέτησης.

Τα μέλη μπορούν να ανήκουν σε διάφορες πολιτικές τοποθετήσεις του ευρύτερου ριζοσπαστικού χώρου. Το πνεύμα ριζοσπαστικής κριτικής μπορεί να μεταφέρεται και να ασκείται σε όλους τους πολιτικούς χώρους στους οποίους ανήκουν στο βαθμό που στους εν λόγω χώρους αναπαράγεται αστική/κυρίαρχη ψυχολογία –είτε ως ρητή αναφορά σε Ψ-λογικές/αντιλήψεις είτε ως συστήματα ιεραρχιών και σχέσεων εξουσίας.

Διατυπώνουμε 7 σημεία –στόχους της ομάδας: (στόχοι που φυσικά δεν αποτελούν παγιωμένες και στατικές ντιρεκτίβες αλλά δυναμικές διαδικασίες η διαμόρφωση των οποίων βασίζεται στην σκέψη, την αντιπαράθεση και τον πειραματισμό).

1. Να προωθήσουν μία μεθοδολογία προβληματισμού η οποία θα επιτρέπει να εκφράζεται ανοιχτά η δυσαρέσκεια των μελών με τις λογικές και αντιλήψεις του Ψ συμπλέγματος, όπως αυτές αντανακλούνται σε όλες τις εκφάνσεις της ψυχολογίας σήμερα.

2. Να αποτελέσουν χώρους αυτόνομης μόρφωσης και ανάπτυξης συγκρουσιακών ιδεών και ριζοσπαστικών απόψεων για το ψυχοκοινωνικό που δεν ευνοούνται και περιθωριοποιούνται σε χώρους της κυρίαρχης/καθεστωτικής ψυχολογίας  (π.χ. αμφιθέατρα πανεπιστημίων και κολλεγίων, συνέδρια,  σεμινάρια κλπ.).

3. Να αναπτύξουν μία κριτική θεώρηση της κυρίαρχης/καθεστωτικής ψυχολογίας σε όλες τις διαστάσεις της: από τον τρόπο που διδάσκεται στα πανεπιστήμια ως θεωρία και μέθοδος, εφαρμόζεται ως θεραπευτική πρακτική και εκφράζεται ως μια ψυχολογιοποιητική κουλτούρα και πειθαρχική τεχνική.

4. Να διερευνήσουν τον ρόλο που πρέπει να έχουν οι ριζοσπάστες ψυχολόγοι (και γενικότερα κοινωνικοί επιστήμονες) στις παρούσες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες.

5. Να αποτελέσουν χώρους όπου η θεωρητική μελέτη, οι παρεμβάσεις, και οι συζητήσεις θα αποτελούν εφαλτήριο και για την ατομική ενδυνάμωση των μελών της ομάδας, την καλλιέργεια θάρρους και την απελευθέρωση από ψυχισμιακές διαρρυθμίσεις που συνδέονται άμεσα με την διατήρηση και διαιώνιση ιεραρχικών διαστρωματώσεων σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής και πολιτικής ζωής (π.χ. ντροπή, υποτακτικότητα, φόβος κτλ).

6. Να διερευνήσουν τρόπους για απελευθερωτικές και χειραφετητικές ψυχοκοινωνικές αναλύσεις και παρεμβάσεις και να προεικονίσουν ένα κόσμο χωρίς τον ζουρλομανδύα και την ψυχική ορθοπεδική της καθεστωτικής ψυχολογίας.

7. Να πραγματοποιούν παρεμβάσεις/διαμαρτυρίες με ποικίλους τρόπους πάνω σε θέματα της ψυχοκοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας.

Καλούμε όσους ενδιαφέρονται να συμμετέχουν μαζί μας στην δημιουργία μιας Ομάδας Κριτικής και Ριζοσπαστικής Ψυχολογίας με στόχο την ριζοσπαστική ψυχοκοινωνική αλλαγή, την ατομική και κοινωνική αυτονομία.

E-mail επικοινωνίας: lydia_ksou@hotmail.com, mairagyr@hotmail.com