4.5.14

Προσχέδιο για μια ψυχοπολιτική διάγνωση


Ανδρέας Βατσινάς




Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω απ’ το σύγχρονο καπιταλισμό · το φάντασμα της δυσαρέσκειας και της εξέγερσης. Η επιταγή της θετικότητας και της χαράς ως κοινωνιακής συναισθηματικής διαρρύθμισης έχει πάρει πρωτοφανείς διαστάσεις στις σύγχρονες κοινωνίες –ιδιαίτερα κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Παρόλο που η ανάδυση αυτής της τάσης δεν μπορεί να εξηγηθεί προφανώς αποκλειστικά με βάση τη χρησιμότητά της ως μέσου κοινωνικού ελέγχου, από την άλλη όμως, πολλοί/ες που υιοθετούν αυτές τις λογικές και κοινωνικές πρακτικές τείνουν να παραβλέπουν την πολιτική και κοινωνική της λειτουργία. Επίσης, η συναισθηματική διαρρύθμιση της χαράς και της θετικότητας δεν παρατηρείται μόνο στο «δυτικό κόσμο» αλλά και στην Κίνα, όπου το «κομμουνιστικό» κόμμα χρησιμοποιεί τη χαρά ως μέρος μιας ψυχοπολιτικής διακυβέρνησης η οποία αποσκοπεί στον πολιτικό έλεγχο υπό το πρόσχημα της συναισθηματικής υποστήριξης, και παρουσιάζει τους φτωχούς ως χαρούμενους και επιχειρηματικούς παρά τις περιοριστικές συνθήκες υπό τις οποίες ζουν (Yang, 2013).

Η θετική ψυχολογία και ο λόγος της χαράς είναι εμποτισμένα με βασικά ιδεώδη του νεοφιλελευθερισμού –όπως η ατομική ελευθερία επιλογής και το ιδεολόγημα πως η κοινωνική επιτυχία/αποτυχία και προσωπική ολοκλήρωση δεν καθορίζονται τόσο από την κοινωνικο-οικονομική θέση κάποιου αλλά από την ατομική βούληση και προσπάθεια– και συμβάλλουν καθοριστικά στην κατασκευή παραγωγικών, επιχειρηματικών υποκειμένων. Βέβαια, το πρόβλημα δεν είναι τόσο η «θετικότητα» και η «χαρά» καθαυτές, όσο το πώς συναρθρώνονται με μια συντηρητική ψυχολογία υποτακτικότητας και προσαρμογής. Στις επιχειρήσεις, για παράδειγμα, η θετική οργανωσιακή ψυχολογία καταβάλλει αξιέπαινες προσπάθειες για να μεγιστοποιήσει την εκμεταλλευσιμότητα των εργαζομένων, ταυτίζοντας την ατομική τους αυτοπραγμάτωση με τα συμφέροντα των εταιριών και των αφεντικών, και διδάσκοντας τεχνικές θετικής αυτο-χειραγώγησης, αυτο-εντατικοποίησης της παραγωγικότητας, διαχείρισης θυμού και άγχους, που μεταφέρουν την πάλη των τάξεων στο ατομικό ενδοψυχικό και συναισθηματικό επίπεδο, ψυχολογιοποιώντας την κοινωνικοπολιτική διάσταση του «θυμού» ή του «άγχους».[1] 

Σε αυτό το κείμενο δεν θα εστιάσω στο apparatus της χαράς/θετικότητας[2]  (happiness dispositif/apparatus)[3], αλλά θα επιχειρήσω τη σκιαγράφηση ενός δεύτερου apparatus –εκείνου της ψυχικής θωράκισης/ανοσοποίησης (psychological immunity apparatus)– που καθώς διασταυρώνεται με το πρώτο και σε συνδυασμό με αυτό, αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης ψυχοπολιτικής.




Apparatus της ψυχικής θωράκισης/ανοσοποίησης 

Στο σύγχρονο πλαίσιο της εμβάθυνσης του νεοφιλελευθερισμού και της επακόλουθης εντατικοποίησης των ανισοτήτων και του ανταγωνισμού, είναι όλο και πιο φανερό πως η εξάπλωση διαφόρων ψυχοτεχνικών ατομικής «βελτίωσης», «ανάπτυξης» και «θετικής σκέψης» πηγάζει από και ανταποκρίνεται στις ανάγκες της εξουσίας για κοινωνική πειθάρχηση, ενώ προκύπτει επίσης από τις ριζικές αλλαγές που συμβαίνουν σε επίπεδο ψυχοκοινωνικών και ιστορικών διεργασιών. Αποτελεί, ακόμη, μια απόπειρα απάντησης στην ανάγκη αντιμετώπισης σύνθετων κοινωνικο-οικονομικών και πολιτικών προβλημάτων. Μια πληθώρα ακαδημαϊκών και μη πρακτικών (από mindfulness, coaching, ομάδες «θετικής ενέργειας», βιβλία αυτοβοήθειας, σεμινάρια γιόγκα γέλιου, Neurolinguistic Programming, CBT, μέχρι διάφορες μορφές ψυχοθεραπείας, Νew Αge, πνευματικές και θρησκευτικές πρακτικές)[4], υπόσχονται «χαρά μέσα στην κρίση» (Ιωαννίδης, 2013), «ψυχική γαλήνη σε καιρούς ταραχής» (Κονάνος, 2013), «πώς να ζήσουμε σαν Στωικοί» (http://www.stoicismforlife.com) ή τελοσπάντων την καλύτερη «διαχείριση και ανάπτυξη του εαυτού». Αυτή η ρηχή πνευματικότητα, ενδεικτικό σύμπτωμα μιας ψυχοθεραπευτικής κουλτούρας, όχι μόνο δεν μπορεί να προσφέρει απαντήσεις –αφού κατευθύνει το βλέμμα προς τα «μέσα» και όχι στους κοινωνικούς θεσμούς και στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, οδηγώντας σε αυτό που η Silva (2013) ονομάζει «οικονομία της διάθεσης»– αλλά συναρθρώνεται με μια ευρύτερη ψυχοπολιτική που προωθεί τη «σκλήρυνση του εαυτού» και την προσαρμογή στο νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό ως μοναδική λύση.

Αναπόσπαστο μέρος αυτής της ψυχοπολιτικής είναι η αυξανόμενη έμφαση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην έννοια της «ανθεκτικότητας» (resilience)[5] σε κρατικές πολιτικές και σε θεσμούς όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ, σε επιχειρηματικά φόρουμ και εταιρίες, στα σχολεία, στο στρατό, στις κοινωνικές επιστήμες, στην πολιτική διαχείρισης καταστροφών, σε διάφορες «ψυχο-κοινωνικές» παρεμβάσεις, και ειδικά στην ψυχολογική –ακαδημαϊκή και μη– βιβλιογραφία (ενδεικτικά βλ. Cummings & Wooden, 2014) και στις οδηγίες της Αμερικάνικης Ψυχολογικής Εταιρίας (APA, 2009). Εν μέσω κρίσης, διαρκώς πληθαίνουν τα βιωματικά σεμινάρια, οι διάφορες διαλέξεις και συνέδρια που διδάσκουν φτωχούς, ανέργους, ανασφάλιστους, επισφαλείς εργαζόμενους, μικρά παιδιά και τους πρόσφατα απολυμένους γονείς τους, πώς να χτίσουν «ψυχική ανθεκτικότητα», να «θωρακιστούν» απέναντι στις αντιξοότητες και να «προσαρμοστούν θετικά». Η «ανθεκτικότητα» διασταυρώνεται ξεκάθαρα με την προωθούμενη διάλυση του κοινωνικού κράτους και με την απο-πολιτικοποιημένη προσαρμογή και αυξανόμενη «λειτουργικότητα» των ανθρώπων ως ατόμων εντός μιας νεοφιλελεύθερης συνθήκης ανταγωνισμού. Όπως παρατηρεί ο Neocleous (2013), «υπάρχει μια εμφανής σχέση μεταξύ της συγκρότησης της νεοφιλελεύθερης υποκειμενικότητας και της προώθησης του ανθεκτικού πολίτη (resilient citizenship)».

Η «ψυχική ανθεκτικότητα» –υπό τη συγκεκριμένη, ατομιστική, απο-πολιτικοποιημένη εκδοχή της– μπορεί να γίνει αντιληπτή ως μια τεχνολογία εαυτού (Foucault) · ως μια πειθαρχική τεχνική προσαρμογής σε και ενστερνισμού μιας νεοφιλελεύθερης πραγματικότητας στην οποία ο καθένας οφείλει να βασίζεται μονάχα στον εαυτό του και θα πρέπει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό ως επιχειρηματία που ανταγωνίζεται με άλλους εαυτούς-επιχειρηματίες. Με την «ανθεκτικότητα», η ψυχική οικονομία κάθε ατόμου στις δυτικές κοινωνίες εναρμονίζεται σε και κατασκευάζεται με βάση το μοντέλο της οικονομίας ή της διοίκησης μιας επιχείρησης, που πρέπει να ακολουθεί και να προσαρμόζεται τάχιστα στις μεταβολές μιας ασταθούς και απρόβλεπτης αγοράς.

Όπως υποστηρίζουν οι Dardot & Laval (2014), ένα από τα βασικότερα στοιχεία στην πολιτική ατζέντα του νεοφιλελευθερισμού είναι «η προσαρμογή των ανθρώπινων όντων και θεσμών σε μια εγγενώς ευμετάβλητη οικονομική συνθήκη, η οποία βασίζεται στον γενικευμένο, αδιάκοπο ανταγωνισμό» (σ. 64). Η κυρίαρχη ψυχολογία της θωράκισης/ανοσοποίησης (immunitary psychology) και οι διάφορες ψ τεχνικές και πνευματικές πρακτικές που απορρέουν από αυτή, αποτελούν δομικό στοιχείο της νεοφιλελεύθερης ψυχοκοινωνικής διαρρύθμισης. Κι αυτό, επειδή αποσκοπούν στο να θωρακίσουν/ανοσοποιήσουν το άτομο ή να ενδυναμώσουν το εγώ προκειμένου να ανταγωνίζεται και να «είναι λειτουργικό» εντός ενός όλο και περισσότερο ανταγωνιστικού περιβάλλοντος, αναπτύσσοντας την κατάλληλη ψυχοσυναισθηματική «θωράκιση» ώστε να επιστρέφει στην κούρσα του ανταγωνισμού και να υπομένει την καταστροφικότητα του και την αποτυχία.

Φιλοδοξώντας να δημιουργήσει υποκειμενικότητες που είναι πειθήνιες και «fit» σε οποιεσδήποτε συνθήκες, η ψυχολογία της θωράκισης/ανοσοποίησης παρουσιάζει και νομιμοποιεί ένα νεοφιλελεύθερο περιβάλλον ως τη φυσική κατάσταση των πραγμάτων. Αντί να βρίσκεται ενάντια σε ένα άδικο και εκμεταλλευτικό σύστημα (όπως θα όφειλε μια κριτική κοινωνική θεωρία/πρακτική), λειτουργεί ρυθμίζοντας και εξομαλύνοντας τις χειρότερες, πιο καταστροφικές υπερβολές του, ώστε να καταστήσει τον ανταγωνισμό του λειτουργικό και βέλτιστο.

Εκτός από τη στήριξη του ανταγωνισμού, μία άλλη σημαντική διάσταση αυτής της ψυχοπολιτικής είναι ότι προωθεί νέους κοινωνικούς καταναγκασμούς, όπως την αυξανόμενη ιδιο-ποίηση των ψυχικών, σωματικών, και επαγγελματικών ρίσκων και αποτυχιών –που εντείνονται από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές– αποκλειστικά από τα άτομα. Όπως υποστηρίζει o Reid (2012), ο λόγος της ανθεκτικότητας μετασχηματίζει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτός ο κίνδυνος και το ρίσκο, από φαινόμενο από το οποίο θα έπρεπε κανείς να είναι προστατευμένος, σε ένα αναγκαίο δεδομένο στο οποίο πρέπει να εκτεθεί και να υιοθετήσει στη σύγχρονη ζωή. Αυτή η μετατόπιση στην αντίληψη του ρίσκου, όχι μόνο φυσικοποιεί τις παραπάνω πολιτικές, αλλά εκθειάζει το ρίσκο, τις κοινωνικο-οικονομικές δυσκολίες και τις υλικές στερήσεις, ως «ευκαιρίες» και «προκλήσεις» για προσωπική αυτοπραγμάτωση, ανάπτυξη και επιχειρηματικότητα.



“Ψυχολογική επιλογή” και ο “ψυχο-επιχειρηματίας” εαυτός



Στη συνέχεια, θα δούμε με ποιους τρόπους η κυρίαρχη ψυχολογία προωθεί λογικές που στηρίζουν μια συνθήκη εκμετάλλευσης, κοινωνικών ανισοτήτων και ανταγωνισμού, συμβάλλοντας στη συγκρότηση νεοφιλελεύθερων υποκειμένων. Πέρα από το ρόλο της στη ψυχοπολιτική της προσαρμογής, το πιο προβληματικό στοιχείο όσον αφορά τη νεοφιλελεύθερη ψυχολογία είναι το ότι ψυχολογικοποιεί και παθολογικοποιεί τις δομικές σχέσεις εκμετάλλευσης και ανισότητας, οι οποίες παρουσιάζονται ως αποτυχία πολυάριθμών –αλλά παρόλα αυτά μεμονωμένων και ξεχωριστών– ατόμων να ανταποκριθούν στα δήθεν φυσιολογικά πρότυπα «ψυχικής υγείας» και «ψυχο-οικονομικά υγιούς» τρόπου ζωής.

Για παράδειγμα, ο ψυχοθεραπευτής Ιωαννίδης, χρησιμοποιώντας αυτή την ψυχο-επιχειρηματική αφήγηση περί εαυτού (που εκφράζει μια ευρύτερη τάση), ερμηνεύει το φαινόμενο των αστέγων ως κάτι που πηγάζει από τις «λανθασμένες επαγγελματικές επενδύσεις» των αστέγων ή τις «λάθος επενδύσεις τους σε ανθρώπους» (!) (2013: 141-2). Αυτό που μας προσφέρει είναι μια πολιτικά συντηρητική και αναγωγιστική ψυχολογική ανάλυση που όχι μόνο εξηγεί κοινωνικοπολιτικά φαινόμενα ως λανθασμένες ατομικές επιλογές, αλλά –ακόμη χειρότερα– ρίχνει την υπαιτιότητα στους ίδιους τους αδύναμους και σε όσους/ες βρίσκονται στο περιθώριο. Θεωρούνται υπεύθυνοι/ες για την κατάντια τους. Στο ίδιο ακριβώς πνεύμα Spencerιανού κοινωνικού δαρβινισμού και ψυχολογιοποίησης της ανεργίας κινείται και η πρόσφατη πρωτοβουλία της ομάδας Behavioral Insights της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου, η οποία ζήτησε από όσους υπέβαλλαν αίτηση για επιδόματα να υποβληθούν σε online ψυχομετρικές δοκιμασίες (Cronby & Willis, In Press). Τα κοινωνικά προβλήματα, δηλαδή, παρουσιάζονται ως τιμωρία όσων δεν λειτουργούν όπως προτείνουν οι ψυχολόγοι.

Η βαθύτερη συλλογιστική είναι πως συνθήκες όπως η ανεργία, η φτώχεια, το να είναι κανείς άστεγος/η, ή το να καταρρέει κανείς ψυχικά όντας ανίκανος/η να αποκτήσει την «λαστιχένια ανθεκτικότητα» που απαιτεί ο νεοφιλελεύθερος ανταγωνισμός, απέχοντας πολύ από το να αποδίδονται στις δομικές ανισότητες ή στην εκμετάλλευση που υπάρχει στις σύγχρονες κοινωνίες, οφείλονται σε ελλειμματικά ψυχολογικά χαρακτηριστικά, «ανεπαρκείς συναισθηματικές στρατηγικές», έλλειψη προσωπικής θέλησης, ανεπαρκούς «προσωπικής ανάπτυξης» ή «ικανότητας συναισθηματικής αυτορρύθμισης» ορισμένων ατόμων. Αυτή η ψυχολογιοποίηση των κοινωνικοπολιτικών προβλημάτων –παρόλο που αποφεύγει σε κάποιο βαθμό την ηθικολογία που χαρακτήριζε παλιότερες αντιλήψεις περί «χαρακτήρα» και παραδοσιακής «εργατικής ηθικής»– δημιουργεί σαφέστατα νέες μορφές διάκρισης και ανισότητας –αν όχι «ψυχολογικής επιλογής». Από τη μία βρίσκονται οι «πετυχημένοι ψυχο-επιχειρηματίες» ή «καλοί εργάτες του εαυτού» και από την άλλη, αυτοί που αποτυγχάνουν υποτίθεται εξαιτίας της αδύναμης ψυχολογικής τους συγκρότησης ή του ανεπαρκώς αναπτυγμένου ψυχο-επιχειρηματικού τους εαυτού. Με αυτόν τον τρόπο, μετατρέποντας τις κοινωνικές ανισότητες σε «ψυχολογικές», η ατομιστική ψυχολογική θεώρηση γίνεται στυλοβάτης ενός άδικου συστήματος που αποδίδει την ύπαρξη ανισοτήτων και διάχυτης εξαθλίωσης στην «ελλειμματικότητα» ή «ελλιπή ανταγωνιστικότητα» των ίδιων των εξαθλιωμένων.

Με βάση την παραπάνω κοντόφθαλμη ανάλυση, αυτό που αρκετοί ψυχοθεραπευτές,  ειδικοί και μάνατζερ-γκουρού προτείνουν ως υποτιθέμενη λύση στη φτώχεια, την ανεργία και κάθε λογής κοινωνικά προβλήματα είναι ότι καθένας πρέπει ως άτομο να γίνει “ψυχο-επιχειρηματίας εαυτός. Η βασική ιδέα είναι πως «δουλεύοντας με τον εαυτό του» όχι απλώς ψυχοσυναισθηματικά (τεχνικές διαχείρισης δυσάρεστων συναισθημάτων, σκέψεων, «κατάθλιψης» και «στρες») όσο οικονομικά (να αντιλαμβάνεται την ζωή του με ορολογία και λογική επιχείρησης[6]), μπορεί κανείς όχι μόνο να αποκτήσει τον έλεγχο της ζωής του/της αλλά και να αυξήσει τις ατομικές ευκαιρίες του/της στην αγορά. Αυτή η «εργασία επί του εαυτού» δεν παρουσιάζεται τόσο ποινικοποιητικά –δηλαδή, ως πειθάρχηση-τιμωρία ορισμένων κοινωνικών «αποβρασμάτων», αποτυχημένων ή «ψυχολογικά ανίκανων»– όσο ως ένα θετικό ηθικό project που είναι επιβεβλημένο αλλά και εφικτό για όλους μέσω ατομικής προσπάθειας · μια ψυχο-επιχειρηματική ασκητική προσωπικής ανάπτυξης που βελτιώνει την «παραγωγικότητα», την «απασχολησιμότητα» (employability) και την ανταγωνιστικότητα κάθε ατόμου, και λειτουργεί ως μια νέα υπόσχεση εύρεσης εργασίας και κοινωνικής ανόδου.

Πρόκειται για μια ιδιόμορφη «“παιδαγωγική” που πρέπει να ακολουθηθεί ώστε καθένας να θεωρεί τον εαυτό του ως ιδιοκτήτη ορισμένου “ανθρωπίνου κεφαλαίου” το οποίο πρέπει να οδηγηθεί στην επιτυχία» (Dardot & Laval, 2014: 181). Κεντρική σε αυτή την ασκητική είναι η ιδέα πως μέσω διαχείρισης και εργασίας επί του εαυτού γίνεται κανείς «υπεύθυνο άτομο», που δεν πρέπει βασίζεται σε άλλους και να εμπιστεύεται κανένα πέρα από τον εαυτό του. Όπως στην αγορά, έτσι κι εδώ, οι ευθύνες, τα ρίσκα, η ψυχοσυναισθηματική κατάρρευση, η κοινωνική επιτυχία και αποτυχία βαραίνουν αποκλειστικά το άτομο-επιχείρηση.[7] «Η επιταγή της οικονομίας της διάθεσης να θεραπεύει κανείς τον εαυτό του, οδηγεί σε μια νέα μορφή συγκρότησης συμβολικών φραγμών: Φραγμών ενάντια σε αυτούς που δεν έχουν τη θέληση/βούληση να είναι υγιείς, χαρούμενοι και δυνατοί» (Silva, 2013: 133).

Αξίζει να προσέξουμε πως αυτή η «ψυχο-επιχειρηματική παιδαγωγική» δεν θέτει ως στόχο την υπέρβαση της εκμετάλλευσης και της εξαθλίωσης, αλλά οδηγεί στην εντατικοποίηση της «ανταγωνιστικότητας» των εαυτών-επιχειρήσεων, παραμένοντας έτσι στο πλαίσιο μιας νεοφιλελεύθερης λογικής. Προωθώντας τη συγκρότηση του νεοφιλελεύθερου υποκειμένου, το οποίο χαρακτηρίζεται από μια ιδεολογία προσωπικής ανάπτυξης και διαχείρισης του εαυτού ως επιχείρησης, η γλώσσα της κυρίαρχης ψυχολογίας αναδεικνύεται ξεκάθαρα ως μια από τις γλώσσες του νεοφιλελευθερισμού.





O πρώτος πίνακας είναι του Asger Jorn και ο δεύτερος του Constant Nieuwenhuys. Η τελευταία εικόνα είναι του Eddie Retelj.


Βιβλιογραφία


Αγγελάκης, A. (2010). Akis Angelakis speaks about anxiety and stress. YouTube video. Ανακτήθηκε από: http://www.youtube.com/watch?v=TF1S2JOeZAw

APA (2009). Staying Resilient Through Tough Economic Times. Retrieved from, http://www.apa.org/helpcenter/resilience-tough-economy.aspx

Cummins, R.A., Wooden, M. (2014). Personal Resilience in Times of Crisis: The Implications of SWB Homeostasis and Set-Points. Journal of Happiness Studies, 15: 223-235.

Cronby, J., Willis, M.E. (In press). Nudging into subjectification: Governmentality and psychometrics. Critical Social Policy.

Dardot, P., Laval, C. (2014). The New Way of the World: On Neo-liberal Society. London: Verso.

Foucault, Μ. (1980). Power/Knowledge: Selected Interviews and Other Writings, 1972-1977. New York: Pantheon.

Ιωαννίδης, Π. (2013). Υπάρχει χαρά μέσα στην κρίση; Αθήνα: Μίνωας.

Κολοκυθά, Φ. (2012). Η δικτατορία της χαράς. Radicalμα, 1: 17-20.

Κονάνος, Α. (2013). Ψυχική γαλήνη σε καιρούς ταραχής. YouTube video. Ανακτήθηκε από: http://www.youtube.com/watch?v=bN-v9VlfSvs

Μεντίνης, Μ. (2012). Ο χαρούμενος ύπνος και οι χαμογελαστοί πελάτες του. Λεύγα, 8: 46-52.

Neocleous, M. (2013). Resisting resilience. Radical Philosophy, 178, March/April (2-7).

Πιντέρης, Γ. (2013). Αντιμετωπίζοντας την ανεργία. Το υπαλληλίκι πέθανε. Αθήνα: Ιβίσκος.

Reid, J. (2012). The Neoliberal Subject: Resilience and the Art of Living Dangerously. Révista Pleyade, 10: 143-165.

Silva, J. (2013). Coming up short: working-class adulthood in an age of uncertainty. New York: Oxford University Press.

Yang, J. (2013). “Fake Happiness”: Counseling, Potentiality, and Psycho-Politics in China. Ethos, 41(3): 292-312.

Wolin, S.J., Wolin, S. (1993). The resilient self: How survivors of troubled families rise above adversity. New York: Villard Books.





[1] Υποδειγματική εφαρμογή αυτών των προσεγγίσεων βρίσκουμε στα McDonalds. Βλ. http://www.huffingtonpost.com/2013/11/20/mcdonalds-vacation_n_4303629.html, http://lowpayisnotok.org/mcresources/
[2] Βλ. Stenner & Greco (2013), Κολοκυθά (2012), Μεντίνης (2012). 
[3] Ο Foucault (1980) ορίζει το dispositif/apparatus ως «ένα ετερογενές σύνολο που αποτελείται από λόγους, θεσμούς, αρχιτεκτονικά σχήματα, κανονιστικές αποφάσεις, νόμους, διοικητικά μέτρα, επιστημονικές θέσεις, φιλοσοφικές, ηθικές και φιλανθρωπικές προτάσεις – τόσο, δηλαδή, το λεχθέν όσο και το ανείπωτο. Αυτά είναι τα στοιχεία ενός apparatus. […] Αντιλαμβάνομαι υπό τον όρο ‘apparatus’ ως ένα είδος διάταξης που έχει ως πρωταρχική λειτουργία του σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή το να ανταποκριθεί σε μια επείγουσα ανάγκη» (σ. 194-5). 
[4] Η λίστα είναι πραγματικά τεράστια. Ενδεικτικά, βλ. http://festival.therapyplanet.gr/, http://www.1000smiles.gr/, Ιωαννίδης (2013), Πιντέρης (2013), Αγγελάκης (2010). Βέβαια, όλες αυτές οι προσεγγίσεις/πρακτικές χαρακτηρίζονται από σημαντική ετερογένεια, και απαιτούν ξεχωριστή κριτική ανάλυση και αποδόμηση. 
[5] Η «ψυχική ανθεκτικότητα» προέρχεται από το λατινικό ρήμα «resilire» (προσαρμόζομαι, επανέρχομαι) και ορίζεται συνήθως ως «η ικανότητα του ατόμου να επανέρχεται, να αντέχει στις δυσκολίες και να επαναδομεί τον εαυτό του (Wolin & Wolin, 1993)». 
[6] Για παράδειγμα, διάφορες ψυχο-οικονομικές θεωρίες (θεωρία κοινωνικής ανταλλαγής, θεωρία ισοτιμίας) και θεωρίες ανθρωπίνου κεφαλαίου που προωθούνται από την κυρίαρχη «κοινωνική» ψυχολογία και την οργανωσιακή ψυχολογία/ψυχολογία εργασίας, κατασκευάζουν μια αντίληψη του εαυτού ως «μικρού καπιταλιστή», που αντιμετωπίζει εργαλειακά την κοινωνική ζωή, με όρους «επένδυσης» ή ανάλυσης ατομικού κόστους-ωφέλειας (cost-benefit analysis), και έχει ως βασική ασχολία το να «αναπτύσσει», να «προωθεί/διαφημίζει» και να «πουλάει» τον εαυτό του. 
[7] Σε αυτό το σημείο αξίζει να θυμηθούμε πως πολλές από τις ψυχολογικές κατασκευές που η ψυχολογία εκθειάζει ως ύψιστο δείγμα ηθικότητας του δήθεν «αυτόνομου» και «ώριμου» ψυχολογικά ατόμου (π.χ. συναισθηματική αυτορρύθμιση ή αυτοέλεγχος, ευελιξία, θετική προσαρμοστικότητα, ατομική ευεξία), αποτελούν μηχανισμούς συγκρότησης και αυτο-διακυβέρνησης του νεοφιλελεύθερου εαυτού-επιχείρησης.